Modern Greek to English Wordlist

Note: This page is part of the author's set of pages on the Greek language.

The following is a simple word-list, translating Modern Greek words to their closest corresponding English ones. To find a word, use the "Find in page" option of your browser (from the Edit menu), or, in Windows, hit Ctrl-F. If you need to type in Greek and you don't know how, read this note at the end of this page. There is a corresponding (reverse) English to Greek word-list.

This list should not be interpreted as a "dictionary" in any way. It was constructed by the author, at the request of his friend Joseph A. L. Insana, for the latter's MediaGlyphs project. Entries appear as concepts, rather than as words, often grouped as two or three words in one entry, provided the words are all variations of the same basic concept. This is the reason why the Find option of your browser should be used to locate words, rather than simply scrolling and locating the word alphabetically.

Special thanks to Graham Goddard, a friend of the author's, for his essential help in color-coding all nouns of the list!

Brief explanation of entries: All entries except nouns are marked for their grammatical category as follows: [v] for verbs, [aj] for adjectives, [av] for adverbs, [pr] for prepositions, [pn] for pronouns, [cj] for conjunctors. For Greek adjectives, the neuter form is provided in its entirety, while the endings of the feminine and masculine forms (in that order) are given in parentheses. These endings include not only the "proper" ending (as given in the Greek nouns page), but also one character before that, to show the connection of the ending to the root (the rest of the word). Some Greek verbs that have alternative contracted forms are given in their expanded form; the reason is that the former can be easily derived from the latter. Example: the verb απορροφάω (absorb) has a contracted form: απορροφώ, obtained by contracting the ending -άω to -ώ. Verbs that appear to be in contracted form (such as ομολογώ) do not have an expanded form.

Click on the speaker icon , where provided, to hear the pronunciation.
Click on the hand icon next to a noun or verb, to move to a page showing the word that the hand points to, which is declined or conjugated just like the noun or verb of the given entry.
Note: The above two markings (hand icon and speaker icon) are applied to a few nouns for testing purposes only; the plan is to extend them to the entire list as time allows.
Color coding for genders (nouns only):
Singular: Masculine Feminine Neuter Masc. OR Fem.
Plural: Masculine Feminine Neuter Masc. OR Fem.

For corrections, comments, or suggestions, please e-mail to the author.

  αβγό, το νερό   egg
  αβλεψία, η ώρα   neglect, negligence
  αγαπάω (-ώ) κρατάω (§2.3)   love [v]
  αγάπη, η αγάπη   love
  άγγελος, ο άνθρωπος   angel
  Αγγλία, η ώρα   England
  αγγλικά, τα νερά   English (language)
  αγγλικό (-κή, -κός)   English [aj] (product of English origin)
  άγγλος, αγγλίδα   Englishman, Englishwoman [aj]
  αγγούρι, το σπίτι   cucumber
  αγελάδα, η αγελάδα   cow
  αγκάθι, το σπίτι   thorn
  αγκίδα, η αγελάδα   barb
  αγκίστρι, το σπίτι   hook
  αγκωνάρι, το σπίτι   block (solid mass of material)
  αγνό (-νή, -νός)   pure [aj]
  αγορά, η φορά   market
  αγοράζω ορίζω (§1.1.1)   buy, purchase [v]
  αγόρι, το σπίτι   boy
  άγριο (-ια, -ιος)   wild, feral, untamed [aj]
  αγρόκτημα, το πρόβλημα   farm
  άγρυπνο (-νη, -νος)   alert [aj]
  άγχος, το τέλος   stress, anxiety
  αγωνίζομαι σκέφτομαι (§3.2.1)   fight, combat, struggle [v]
  άδειο (-εια, -ειος)   empty [aj]
  αδελφή, αδερφή, η ψυχή   sister
  αδελφός, αδερφός, ο καιρός   brother
  αδρύ (-ρεία, -ρύς)   rough, coarse [aj]
  αέρας, ο αέρας   1. air 2. wind
  αέριο, το άλογο   gas (not liquid or solid)
  αέριο (-ρια, -ριος), αεριώδες (-δης, -δης)   gaseous [aj]
  αεροπλάνο, το βιβλίο   airplane, aircraft, plane
  άζωτο, το άλογο   nitrogen
  αθλητισμός, ο καιρός   σπορ, τα
  athletics, sports
  αθώο (-ώα, -ώος)   innocent [aj]
  αίμα, το θέμα   blood
  αισθάνομαι αναφέρομαι   feel [v]
  αίσθηση, η τηλεόραση   sense
  αιχμηρό (-ρή, -ρός)   tapered, pointy [aj]
  αιώνας, ο κανόνας   century
  άκαμπτο (-τη, -τος)   stiff, rigid [aj]
  ακανόνιστο (-τη, -τος), σποραδικό (-κή, -κός)   irregular, sporadic, intermittent [aj]
  ακολουθία, η ώρα   sequence
  ακόμα, ακόμη   still, yet [av]
  ακόνι, το σπίτι   file (tool for abrading)
  ακουμπάω (-ώ) κρατάω (§2.3)   1. touch [v] 2. support oneself [v]
  ακούω ακούω   hear [v]
  άκρη, η αγάπη, ακμή, η ψυχή   edge
  ακρίδα, η αγελάδα   grasshopper, locust
  ακριβές (-βής, -βής)   exact, precise [aj]
  ακριβό (-βή, -βός)   expensive, costly [aj]
  ακρογιαλιά, η φορά   beach
  ακτή, η ψυχή   shore
  ακτίνα, η αγελάδα   1. ray (of light) 2. radius
  αλάτι, το σπίτι   salt
  αλεπού, η αλεπού   fox
  αλέτρι, το σπίτι   plow (plough)
  αλεύρι, το σπίτι   flour
  αληθινό (-νή, -νός)   true [aj]
  αλκοόλ, το , οινόπνευμα, το πρόβλημα   alcohol
  αλλά   but [cj]
  αλλάζω ανοίγω (§1.2.2)   change [v]
  άλλο (άλλη, άλλος)   other, another [aj/pn]
  αλογάκι της Παναγίας, το σπίτι   mantis
  άλογο, το άλογο   horse
  αλυσίδα, η αγελάδα   chain
  αλφάβητο, το άλογο   alphabet
  αμάξι, το σπίτι   car
  αμβλύ (-λεία, -λύς)   dull, blunt [aj]
  άμεσο (-ση, -σος), ευθύ (-θεία, -θύς)   direct, immediate [aj]
  αμετάβλητο (-τη, -τος), απαράλλαχτο (-τη, -τος)   invariant, unchanging [aj]
  άμμος, η λεωφόρος   sand
  αμοιβαίο (-αία, -αίος)   mutual, reciprocal [aj]
  αμφιβάλλω υποβάλλω (βάλλω)   doubt [v]
  αμύνομαι, υπεραμύνομαι αναφέρομαι   defend [v]
  αν   if [cj]
  ανά, τη φορά   per (time) [pr,av]
  αναβάλλω υποβάλλω (βάλλω)   postpone [v]
  αναγνωρίζω ορίζω (§1.1.3)   recognize, recognise [v]
  αναζητάω (-ώ) κρατάω, ψάχνω ανοίγω (§1.2.4)   seek, search for, look for [v]
  αναζωογονημένο (-νη, -νος)   refreshed [aj]
  ανακατεύω γράφω (§1.3.6), ανακατώνω ορίζω (§   mix, blend [v]
  ανακοινώνω ορίζω (§   announce, proclaim [v]
  ανάμεσα, εν μέσω, μεταξύ   between, among, amidst [av]
  αναπηδάω (-ώ) κρατάω   bounce, rebound [v]
  αναπνέω §1.1.8   breathe [v]
  ανάποδο (-δη, -δος)   inverted, upside-down [aj]
  ανασηκώνω ορίζω (§   lift [v]
  ανασηκώνω με εργαλείο   pry open [v]
  αναστέλλω στέλνω/στέλλω   pause, suspend [v]
  ανατολή, η ψυχή   east
  ανεμιστήρας, ο κανόνας   fan (device to create air current)
  άνεμος, ο άνθρωπος   wind
  ανεξάρτητο (-τη, -τος)   independent [aj]
  ανεπαρκώς, όχι αρκετά   too little, insufficiently [av]
  άνεση, η τηλεόραση   comfort
  ανησυχία, η ώρα   worry
  ανθεκτικό (-κή, -κός)   durable, resilient, robust [aj]
  άνθρακας, ο ελέφαντας   carbon
  άνθρωπος, ο άνθρωπος   person, human being
  ανόητο (-τη, -τος)   foolish, silly [aj]
  άνοιγμα, το πρόβλημα   opening
  ανοίγω ανοίγω   open [v]
  άνοιξη, η τηλεόραση   spring (the season)
  ανοιχτό (-τή, -τός)   open [aj]
  ανταγωνίζομαι σκέφτομαι (§3.2.1), αμιλλώμαι   compete, strive, vie [v]
  ανταλλάσσω ανοίγω (§1.2.5)   exchange, trade, swap [v]
  αντί   instead of, rather than [av]
  αντίγραφο, το άλογο   copy (a duplicate)
  αντικατάσταση, η τηλεόραση   substitution, replacement
  αντικαταστάτρια (-τάτης)   substitute, surrogate [aj]
  αντικείμενο, το άλογο   object
  αντιλαμβάνομαι λαμβάνω   perceive [v]
  αντιπροσωπεύω ορίζω (§1.1.13), εκπροσωπώ κρατώ   represent, stand for [v]
  αντίστροφο (-φη, -φος)   backward, reverse [av]
  αντίχειρας, ο ελέφαντας   thumb
  αντλία, η ώρα   pump
  άντρας, άνδρας, ο άντρας   man
  αξία, η ώρα   value, worth
  αξίζω ορίζω (§1.1.3)   deserve, merit (be worthy of) [v]
  αόριστος, ο άνθρωπος   past (tense)
  απαγορεύω ορίζω (§1.1.13, §1.3.6)   prohibit, forbid [v]
  απαλό (-λή, -λός)   gentle, mild [aj]
  απάντηση, η τηλεόραση   answer, reply
  απαραίτητο (-τη, -τος)   necessary, needed, required [aj]
  απέναντι   across [av]
  απεργία, η ώρα   strike (work stoppage as protest)
  άπληστο (-τη, -τος)   greedy [aj]
  απλό (-λή, -λός)   simple [aj]
  απλώνω ορίζω (§   spread, lay [v]
  από   1. from, out of, away from [pr] 2. than [av]
  από μπρος   from the front [av]
  από κάτω   underneath, below, beneath [av]
  από πάνω   from above [av]
  από πίσω   from behind, to the rear of [av]
  απόγευμα, το πρόβλημα   afternoon
  απογοήτευση, η τηλεόραση   disappointment
  απόδειξη, η τηλεόραση   1. proof 2. receipt
  απόθεμα, το πρόβλημα   store, cache, reserve, reservoir
  αποκαλύπτω γράφω (§1.3.3)   reveal, disclose [v]
  αποκάλυψη, η τηλεόραση   revelation, mystical vision
  αποκλειστικά   exclusively [av]
  αποκτάω (-ώ) κρατάω (§2.3)   get, acquire, gain, obtain [v]
  απομεινάρι, το σπίτι   leftover, remnant
  απόν (απούσα, απών)   absent [aj]
  απορρίπτω γράφω (§1.3.3)   reject, refuse [v]
  απορροφάω (-ώ) κρατάω (§2.3)   absorb [v]
  απόσταση, η τηλεόραση   distance
  αποτέλεσμα, το πρόβλημα   result
  αποτελούμαι καλούμαι (§2.2.1)   consist of, composed of, comprise [v]
  αποτελώ καλώ (§2.2.1)   constitute [v]
  απότομο (-μη, -μος)   1. abrupt [aj] 2. steep [aj]
  αποτυγχάνω αποτυγχάνω, αστοχώ κρατώ (§2.3)   fail, miss [v]
  αποφασίζω ορίζω (§1.1.3)   decide [v]
  αποφεύγω φεύγω   avoid, evade (keep away from) [v]
  απωθώ κρατώ (§2.3)   repel [v]
  αραιό (-αιή, -αιός)   rarefied, tenuous, diffuse, dilute, sparse, wispy [aj]
  αράχνη, η αγάπη   spider
  αργία, η ώρα   holiday
  αργό (-γή, -γός)   late, tardy [aj/av]
  αρέσω αρέσω, αρέσκομαι αρέσκομαι   like, enjoy [v]
  άρθρο, το βιβλίο   1. article, essay 2. article, determiner
  άρθρωση, η τηλεόραση   joint (of bones, mechanical parts, etc.)
  αριθμός, ο καιρός   number
  αριστερό (-ρή, -ρός)   left [aj]
  αρκετά   enough, sufficiently [av]
  αρκούδα, η   bear
  αρμονία, η   harmony
  αρνητικό (-κή, -κός)   negative [aj]
  αρνί, το   lamb
  αρνούμαι   deny [v]
  αρρώστεια, η   sickness
  αρσενικό (-κή, -κός)   masculine [aj]
  αρχείο, το   record (cache of information)
  αρχείο, ντοσιέ, το   file (dossier; loose bundle of data)
  αρχέτυπο, μοντέλο, το   prototype, exemplar, archetype, model
  αρχή, η   authority
  αρχηγός, ο   chief, leader
  αρχίζω   begin, commence, start [v]
  άρωμα, το   flavor
  ασήμι, το   άργυρος, ο
  ασθένεια, η   disease, illness
  άσκηση, εξάσκηση, η   exercise, practice
  ασπίδα, η   shield
  άσπρο (-ρη, -ρος), λευκό (-κή, -κός)   white [aj]
  ασσανσέρ, το   ανελκυστήρας, ο
  elevator, lift
  αστέρι, άστρο, το   star
  αστακός, ο   lobster
  αστείο (-τεία, -τείος)   funny [aj]
  αστραπή, η   lightning
  αστυνομία, η   police
  ασφάλεια, η   safety, security
  ασφάλιση, η   insurance
  άσχημο (-μη, -μος)   ugly [aj]
  ατμός, ο   steam
  άτομο, το   1. atom 2. individual, person
  ατσάλι, το   steel
  αυγή, η   χαράματα,τα   ξημέρωμα, το
  αυλάκι, το   furrow, rut, groove
  αυξάνω   increase [v]
  αύριο   tomorrow [av]
  αυτή   she [pn]
  αυτί, το   ear
  αυτοκίνητο, το   automobile
  αυτό   it [pn]
  αυτό (-τή, -τός)   this [pn]
  αυτόματο (-τη, -τος)   automatic [aj]
  αυτός   he [pn]
  αυτόχθον (-θων, -θων), ιθαγενές (-νής, -νής)   native [aj]
  αυχένας, ο   neck
  αφαιρώ   remove, subtract, take away [v]
  αφήνω   release [v]
  αφρός, ο   foam, froth
  αχλή, η   mist
  αχρηστεύω   waste, misuse [v]
  αψίδα, η   arch
  βαγόνι, το   wagon
  βάζο, το   jar, jug, vase
  βάζω   put [v]
  βαθμός, ο   degree
  βάθος, το   depth
  βαθούλωμα, το   dent, indentation
  βαθυστόχαστο (-τη, -τος)   profound (of intellectual depth) [aj]
  βαθύ (-θιά, -θύς)   deep [aj]
  βαλανιδιά, η   oak
  βαλβίδα, η   valve
  βάλτος, ο   swamp
  βαμβάκι, το   cotton
  βαρέλι, το   barrel, cask
  βαρετό (-τή, -τός)   boring, tedious [aj]
  βάρκα, η   boat
  βάρος, το   weight
  βαρύ (-ριά, -ρύς)   heavy [aj]
  βαρύτητα, η   gravity
  βάση, η   basis
  βασίζομαι   rely on [v]
  βασίλισσα, η   queen
  βασανίζω   torture, torment [v]
  βασικό (-κή, -κός)   1. basic [aj] 2. alkaline [aj]
  βασιλιάς, ο   king
  βατόμουρο, το   berry
  βάτραχος, ο   frog
  βέβαιο (-αιη, -αιος)   certain, sure [aj]
  βελόνα, η   needle
  βέλος, το   arrow
  βέργα, η   pole, stick
  βία, η   violence, force (unwillingly applied power)
  βιάζομαι   rush, hurry, hasten [v]
  βιάζω   rape [v]
  βίαιο (-αιη, -αιος)   violent [aj]
  βιβλίο, το   book
  βιβλιοθήκη, η   library
  βίδα, η   screw
  βιώνω   experience [v]
  βλάκας   stupid [aj]
  βλέπω   see [v]
  βλέφαρο, το   eyelash
  βλαστός, ο   sprout
  βοηθάω   help, assist, aid [v]
  βοηθητικό (-κή, -κός)   auxiliary [aj]
  βόμβα, η   bomb
  βορράς, ο   north
  βουλή, η   parliament, congress
  βουνό, το   mountain
  βούλωμα, το   plug, seal, stopper
  βούρτσα, η   brush
  βούτυρο, το   butter
  βράδυ, το   evening
  βράζω   boil [v]
  βράχος, ο   rock
  βρίσκω   find [v]
  βραβείο, το   prize, award
  βροντή, η   thunder
  βροχή, η   rain
  βρόμη, η   oat
  βρώμικο (-κη, -κος)   dirty [aj]
  βυθίζω   sink [v]
  γάιδαρος, ο   donkey
  γάλα, το   milk
  γαλοπούλα, η   turkey (the bird)
  γάμος, ο   marriage
  γάντι, το   glove
  γάτα, η   cat
  γεγονός, το   fact
  γελάω   laugh [v]
  γεμάτο (-τη, -τος), πλήρες (-ρης, -ρης)   full, filled [aj]
  γενειάδα, η   beard
  γενικό (-κή, -κός)   general [aj]
  γενναιόδωρο (-ρη, -ρος)   generous [aj]
  γέννηση, η   birth
  γένος, το   gender
  γέρικο (-κη/-κια, -κος)   old (having lived for a long time) [aj]
  γέρος, ο   old man
  γεύομαι   taste [v]
  γεύση, η   taste
  γέφυρα, η   bridge
  γη, η   earth (the planet)
  για   for [pr]
  γιακάς, ο   collar
  γιατί   why (interrogative) [av]
  γιγαντιαίο (-αία, -αίος)   gigantic [aj]
  γίνομαι   become [v]
  γιός, ο   son
  γκρίζο (-ζα, -ζος), γκρί   gray, grey [aj]
  γκρεμός, ο   cliff
  γλιστράω   slide, slip, glide [v]
  γλουτός, ο   buttock
  γλυκό, το   dessert
  γλυκό (-κιά, -κός)   sweet [aj]
  γλώσσα, η   1. language 2. tongue (body-part)
  γνώμη, η   opinion
  γνωρίζω   1. become acquainted, familiarize 2. know
  γνώση, η   knowledge
  γόνατο, το   knee
  γονέας, ο   parent
  γονίδιο, το   gene
  γόνιμο (-μη, -μος)   fertile [aj]
  γουρούνι, το   pig
  γοφός, ο   hip
  γράμμα, το   1. letter (a message written and mailed) 2. letter, character
  γράφω   write [v]
  γρήγορα, γοργά   quickly, rapidly, swiftly [av]
  γραβάτα, η   necktie
  γραμμή, η   line
  γραμματική, η   grammar
  γρανάζι, το   gear (toothed wheel)
  γρασίδι, το   grass
  γρατζουνιά, η   scratch
  γραφίδα, η   stylus
  γριά, η   old woman
  γροθιά, η   fist
  γυαλί, το   glass
  γυαλιά, τα   glasses (eyeglasses)
  γυμναστική, η   gymnastics
  γυμνό (-νή, -νός)   naked, nude [aj]
  γυναίκα, η   woman
  γυρίζω, γυρνάω   turn, rotate, revolve [v]
  γύρω   around [av]
  γωνία, η   angle
  δαγκώνω   bite [v]
  δάκρυ, το   tear (drop)
  δακτύλιος, ο   ring, torus
  δαμάσκηνο, το   plum
  δανείζομαι   borrow [v]
  δανείζω   lend [v]
  δάσος, το   forest
  δάχτυλο, το   1. finger 2. toe
  δείγμα, το   sample
  δειλινό, σούρουπο, το   dusk
  δείχνω   indicate, show [v]
  δελεάζω   tempt [v]
  δέκα   ten [num]
  δέμα, πακέτο, το   package, packet, parcel
  δέμα, το   σωρός, ο
  bundle, bunch
  δεν   not [av]
  δέντρο, το   tree
  δένω   tie, bind [v]
  δεξιό (-ξιά, -ξιός)   right (the direction) [aj]
  δέρμα, το   1. leather 2. skin
  δευτερόλεπτο, το   second (1/60th of a minute)
  δέχομαι   accept [v]
  δηλητήριο, το   poison, toxin
  δημιουργώ, φτιάχνω, κάνω   create, make [v]
  δημόσιο (-ια, -ιος)   public [aj]
  διά, διαμέσου   through [pr,av]
  διαβάζω   read [v]
  διάβρωση, η   corrosion
  διάγραμμα, το   chart, diagram
  διαγώνιο (-ια, -ιος)   diagonal [aj]
  διαδικασία, η   process, procedure
  διαθέτω   provide, supply, furnish [v]
  διαιρώ   divide [v]
  διαιτητής, ο   umpire, referee, official
  διαλέγω, επιλέγω   choose, pick up, select, compile [v]
  διαλύω   dissolve [v]
  διαμαρτυρία, η   protest, objection
  διάρκεια, η   duration
  διάσημο (-μη, -μος)   famous [aj]
  διαστέλλομαι, επεκτείνω   expand, extend [v]
  διάστημα, το   1. interval 2. space (the outer space)
  διατηρώ   preserve, maintain [v]
  διαφήμιση, η   advertisement, commercial
  διαφορετικό (-κή, -κός)   different [aj]
  διδάσκω   teach [v]
  διεθνές (-νής, -νής)   international [aj]
  διευρυμένο (-νη, -νος)   1. flared [aj] 2. expanded
  διεύθυνση, η   address
  διεύθυνση, κατεύθυνση, η   direction
  διήγημα, το   διήγηση, αφήγηση, η
  story, report
  δίκαιο (-αιη, -αιος), ακριβοδίκαιο (-αιη, -αιος)   just, fair, equitable [aj]
  δικαίωμα, το   right, just claim
  δικαστήριο, το   court (of law)
  δίκη, η   trial (in court)
  δικτάτορας, τύραννος, ο   dictator, tyrant
  δίνω   give [v]
  διορθώνω, φτιάχνω   repair, fix, mend [v]
  διπλώνω   fold [v]
  δίσκος, ο   1. disk, disc 2. tray
  διστάζω   hesitate [v]
  δίχτυ, το   net
  δοκιμάζω, επιχειρώ   try, attempt, endeavor [v]
  δόντι, το   tooth
  δορυφόρος, ο   satellite
  δουλειά, εργασία, η   job, employment
  δοχείο, το   container
  δράκος, ο   dragon
  δραστηριότητα, η   activity, bustle, ado
  δρόμος, ο   road, way
  δύναμη, η   1. force (the concept in physics) 2. strength
  δυνατό (-τή, -τός)   1. loud [aj] 2. possible [aj]
  δύο, δυο   two [num]
  δύση, η   west
  δυσκολία, η   πρόβλημα, το
  difficulty, trouble
  δύσκολο (-λη, -λος)   difficult, hard [aj]
  δυστύχημα, το   accident
  δωμάτιο, το   room
  εβδομάδα, η   week
  εγγραφή, η   record (one of many entries in a file)
  έγγραφο, το   document
  έγκαιρο (-ρη, -ρος)   timely, prompt, on time [av/aj]
  έγκλημα, το   crime
  εγκρίνω   approve [v]
  εγώ   I [pn]
  εδώ   here [av]
  έθνος, το   nation
  ειδικό (-κή, -κός)   special [aj]
  είδος (έμβιου όντος), το   species
  είδος, το   τύπος, ο
  kind, sort, type
  εικόνα, η   image, icon
  είμαι   be [v]
  ειρήνη, η   peace
  εις   at (in the same location as) [pr]
  εισιτήριο, το   ticket
  εκατομμύριο, το   million [num]
  εκατό   hundred [num]
  εκδίκηση, η   revenge, vengeance, retribution
  έκδοση, η   1. issue, edition 2. extradition
  εκεί   there [av]
  εκείνο   (-νη, -νος)   that (demonstrative) [aj/pn]
  εκκλησία, η   church
  εκλέγω   elect [v]
  έκλειψη, η   eclipse
  εκπέμπω   emit [v]
  εκρήγνυμαι   explode [v]
  εκστρατεία, η   campaign
  εκτρέπω   turn, divert [v]
  εκτός   outside of, exterior to [av]
  εκτός, εκτός από   except for, besides, apart from, excluding [av]
  ελαστικό, το   rubber
  ελαστικό (-κή, -κός)   elastic [aj]
  ελατήριο, το   spring (metal helix)
  ελάττωμα, ατέλεια   flaw, defect, imperfection
  ελαττώνω   decrease [v]
  ελάφι, το   deer
  ελαφρύ (-ριά, -ρύς)   light (of little weight) [aj]
  ελάχιστο (-τη, -τος)   least (smallest quantity of) [aj]
  ελέγχω   1. control [v] 2. test, check [v]
  έλεος, το   mercy
  ελεύθερο (-ρη, -ρος)   free [aj]
  ελιά, η   olive
  έλικας, ο   helix
  ελισσόμενο (-νη, -νος)   serpentine, meandering, convoluted [aj]
  έλκω   attract [v]
  έλλειψη, η   1. ellipse 2. scarcity, dearth
  έλος, το   marsh
  ελπίζω   hope [v]
  εμβαδόν, το   area (in the geometric sense)
  έμβρυο, το   fetus (foetus), embryo
  εμπιστεύομαι   trust [v]
  εμποδίζω, αποτρέπω   hinder, prevent [v]
  εμπόδιο, το   barrier, obstacle
  εμπόρευμα, το   merchandise, goods, wares
  εμπόριο, το   business, commerce
  εμπρός   front
  ένα   one [num]
  ένα (μία, ένας)   a [det]
  εναλλάσσω   alternate, take turns [v]
  ένδειξη, η   evidence
  ενδιαφέρον, το   1. care, concern 2. interest, fascination
  ενέργεια, η   energy
  ενήλικος, ο   adult
  ενθουσιασμός, ο   enthusiasm
  εννέα   nine [num]
  ένορκοι, οι   jury
  ένοχο (-χη, -χος)   guilty [aj]
  έντερο, το   intestine, gut
  εντολή, διαταγή, η   command, order, directive
  έντομο, το   insect
  εντοπίζω   detect, spot [v]
  εντός   in, inside of [av]
  εντούτοις   however, though [cj]
  ενώνω   unite [v]
  εξαντλώ   exhaust, use up [v]
  εξάπτω, αναμοχλεύω   stir, agitate [v]
  εξαρτώμαι   depend on [v]
  εξατμίζομαι   evaporate [v]
  εξετάζω, επιθεωρώ   examine, inspect [v]
  εξήγηση, η   explanation
  έξι   six [num]
  εξόγκωμα, το   bump, protrusion
  εξοχή, η   countryside, country
  εξφενδονίζω   shoot [v]
  εξωτερικό (-κή, -κός)   outer, exterior, external [aj]
  επαναφέρω   retrieve, fetch [v]
  επαρχία, η   province, prefecture
  επαρχιακό (-κή, -κός), αγροτικό (-κή, -κός)   rural [aj]
  επειδή, γιατί, διότι   because of, due to [cj]
  επενδύω   invest [v]
  επερώτηση, η   query
  επί, πάνω   on [pr,av]
  επιβραβεύω   reward [v]
  επιδεικνύω   exhibit, display, show off [v]
  επιθυμώ   wish, desire [v]
  επικοινωνία, η   communication
  επικρίνω, κατακρίνω   criticize, criticise [v]
  επίπεδο, το   plane (flat surface)
  επίπεδο (-δη, -δος)   flat, planar [aj]
  επιπλέω   float [v]
  έπιπλο, το   furniture
  επιπρόσθετα   additionally, in addition [av]
  επίσημο (-μη, -μος)   official [aj]
  επίσης, και   also, too [av]
  επισκέπτομαι   visit [v]
  επιστήμη, η   science
  επιστρέφω   return [v]
  επιτίθεμαι   attack [v]
  επιταγή, η   check (money order)
  επιτελώ, εκτελώ   perform [v]
  επιτρέπω, αφήνω   permit, allow, let [v]
  επιτροπή, η   committee
  επιφάνεια, η   surface
  επόμενο (-νη, -νος)   next [aj]
  εποχή, η   1. era, epoch 2. season
  επτά   seven [num]
  εργαλείο, το   tool
  εργασία, δουλειά, η   work, effort, labor, toil
  έργο, το   movie, motion picture
  έργο, το   ανάθεση, η
  project, undertaking
  έργο, το   αποστολή, η
  task, chore, assignment
  έργο, θέατρο, το   play, drama
  εργοστάσιο, το   factory
  έρημος, η   desert
  ερπετό, το   reptile
  έρπω   crawl [v]
  έρχομαι   come [v]
  ερωτηματικό (-κή, -κός)   interrogative [aj]
  ερώτηση, η   question
  εσύ   you [pn]
  εσωτερικό (-κή, -κός)   inner, internal, interior [aj]
  εταιρεία, επιχείρηση, η   company, firm
  ετικέττα, η   label
  έτοιμο (-μη, -μος)   ready, prepared [aj]
  έτος, το   χρόνος, ο
  ευγενικό (-κή, -κός)   kind, polite [aj]
  ευγνώμων   grateful, thankful [aj]
  εύθραυστο (-τη, -τος)   fragile, delicate [aj]
  ευκαιρία, η   chance, opportunity
  εύκολο (-λη, -λος)   easy [aj]
  ευλογώ   bless [v]
  ευλύγιστο (-τη, -τος)   flexible [aj]
  ευφυές (-υής, -υής)   intelligent [aj]
  ευχαρίστηση, η   pleasure
  ευχάριστο (-τη, -τος)   nice, pleasant [aj]
  ευχαριστώ   thank [v]
  εφαρμοστό (-τή, -τός)   snug, tight [aj]
  εφευρίσκω   invent [v]
  εφημερίδα, η   newspaper
  εχθρός, ο   enemy
  έχω   have [v]
  ζάχαρη, η   sugar
  ζελέ, το   jelly, gel
  ζέστη, η   heat, warmth
  ζεστό (-τή, -τός)   warm [aj]
  ζήλεια, η   jealousy, envy
  ζήλος, ο   zeal
  ζητώ   request, ask for [v]
  ζυγαριά, η   scales
  ζυμαρικά, τα   pasta, noodles
  ζύμη, η   paste
  ζωντανό (-νή, -νός)   alive [aj]
  ζώ   live [v]
  ζώνη, η   belt
  ζώο, το   animal
  η   the (feminine) [det]
  ή   or [cj]
  ήδη   already [av]
  ηλεκτρισμός, ο   electricity
  ηλίθιο (-θια, -θιος)   idiot, idiotic [aj]
  ηλικία, η   age
  ήλιος, ο   sun
  ηλιοτρόπιο, το   sunflower
  ημέρα, η   day (daytime, while there is still light)
  ημερομηνία, η   date (coordinates of a day)
  ηφαίστειο, το   volcano
  ήχος, ο   sound
  θα   will, shall [particle]
  θα έπρεπε, θάπρεπε   should, ought to [aux]
  θάλαμος, ο   chamber
  θάλασσα, η   sea
  θάμνος, ο   bush, shrub
  θάρρος, το   courage, bravery
  θαύμα, το   miracle
  θαυμάζω   admire [v]
  θαυμαστικό, το   exclamation mark
  θαυμαστικό (-κή, -κός)   exclamatory [aj]
  θέα, η   view
  θεά, η   goddess
  θέατρο, το   theater, theatre
  θειάφι, το   sulfur
  θέλω   want [v]
  θέμα, αντικείμενο, το   subject, topic
  θεμέλιο, το   foundation
  θεός, ο   god
  θεότητα, η   deity
  θερίζω   harvest, reap [v]
  θερμοκρασία, η   temperature
  θέση, η   position
  θετικό (-κή, κός)   positive [aj]
  θεωρία, η   theory
  θεωρώ   consider, take into account [v]
  θήκη, η   sheath
  θηλή, η   nipple
  θηλαστικό, το   mammal
  θηλειά, η   βρόχος, ο
  loop, closed curve
  θηλυκό (-κή/-κιά, -κός)   feminine [aj]
  θόλος, ο   dome
  θόρυβος, ο   φασαρία, η
  θρησκεία, η   religion
  θυμάμαι   remember [v]
  θυμός, ο   anger
  θυμωμένο (-νη, -νος)   angry [aj]
  ιδιαίτερο (-ρη, -ρος)   specific, particular [aj]
  ιδέα, η   idea
  ιδεόγραμμα, το   ideogram, glyph
  ίδιο   (-ια, -ιος)   same [aj]
  ιδιωτικό (-κή, -κός)   private [aj]
  ιδρώτας, ο   sweat, perspiration
  ιερό (-ρή, -ρός)   holy, sacred [aj]
  ιερογλυφικό, το   hieroglyph
  ικανοποίηση, η   satisfaction
  ικανότητα, η   ability, capacity
  ιός, ο   virus
  ίριδα, η   1. iris (of eye) 2. rainbow colors
  ίσιο (ίσια, ίσιος)   straight [aj]
  ίσο (ίση, ίσος)   equal [aj]
  ισορροπία, η   balance, equilibrium
  ισοϋψές (-ψής, -ψής)   level, even (on the same level) [aj]
  ιστίο, το   sail
  ιστορία, η   history
  ισχυρισμός, ο   claim, assertion
  ισχύς, η   power
  ίσως, μπορεί   maybe, perhaps [av]
  καβαλάω   ride [v]
  καθαρό (-ρή, -ρός)   clean [aj]
  κάθε   every, each [aj]
  κάθε, όποιο (όποια, όποιος)   any (no particular one of) [aj]
  κάθομαι   sit [v]
  καθρέφτης, ο   mirror
  καθυστερώ   delay, retard, tarry [v]
  και   and [cj]
  καιρός, ο   weather
  καίω   burn [v]
  κακό (-κή, -κός)   1. bad [aj] 2. evil [aj]
  καλάθι, το   basket
  καλαμπόκι, το   corn
  κάλιο, το   potassium
  καλό (-λή, -λός)   good [aj]
  καλοκαίρι, το   summer
  καλσόν, το   stocking, hose
  κάλτσα, η   sock
  καλώ   call, summon [v]
  καλώδιο, το   cord, cable
  καμινάδα, η   chimney
  καμπάνα, η   bell (of church)
  καμπύλη, η   curve
  κανάλι, το   canal, channel
  κανόνας, ο   rule
  κανόνι, το   cannon
  κανονικό (-κή, -κός), φυσιολογικό (-κή, -κός)   normal, ordinary, regular [aj]
  κανονισμός, ο   regulation
  καντράν, το   dial
  κάνω   1. do [v] 2. make, render [v]
  καπάκι, το   cover
  καπέλο, το   hat, cap
  καπνός, ο   1. smoke 2. tobacco
  καπρίτσιο, το   whim, caprice
  κάρβουνο, το   coal
  καρδιά, η   heart
  καρέκλα, η   chair (the furniture)
  καρότο, το   carrot
  καρούλι, το   spool, reel
  καρπός, ο   1. fruit, nut, product of plant 2. wrist
  καρπούζι, το   watermelon
  κάρρο, καρρότσι, το   cart, carriage
  κάρτα, η   card
  καρφί, το   nail (the tool)
  κασσίτερος, ο   tin (metal)
  κατά   against [pr]
  κατά τη διάρκεια   during [av]
  καταιγίδα, η   storm
  κατακόρυφο (-φη, -φος)   vertical [aj]
  καταλαβαίνω   understand, comprehend [v]
  κατάλληλο (-λη, -λος)   suitable, proper, fit, fitting, appropriate [aj]
  καταναλώνω   consume [v]
  καταπίνω   swallow [v]
  κατάρα, η   curse
  καταριέμαι   curse, damn [v]
  κατασκήνωση, η   camp, bivouac
  κατασκευάζω   construct [v]
  κατάσταση, η   στάτους, το
  condition, state, status
  κατάστημα, μαγαζί, το   store, shop
  καταστρέφω   destroy, damage [v]
  καταστροφή, η   disaster, catastrophe
  καταφύγιο, το   shelter, refuge
  κατέχω, έχω στην κατοχή μου   own, possess [v]
  κατηγορία, η   1. category 2. accusation
  κατηγορώ   blame [v]
  κατοικώ, διαμένω   reside, dwell, live [v]
  κατσαρίδα, η   cockroach, roach
  κατσαρόλα, η   pot
  κατσίκα, η   goat
  κάτω   down [av]
  κάτω από   under
  καύσιμο, το   fuel
  καυτό (-τή, -τός)   hot [aj]
  καφέ (-φετιά/-φέ, -φές/-φέ)   brown [aj]
  καφές, ο   coffee
  κείτομαι   lie (recline horizontally) [v]
  κέλυφος, το   shell
  κενό, το   vacuum
  κέντρο, το   center, centre
  κέρατο, το   horn (animal's bone-like growth)
  κέρδος, το   profit, gain
  κερί, το   1. candle 2. wax
  κεφάλαιο, το   1. chapter (main division of book) 2. capital
  κεφάλι, το   head
  κήπος, ο   garden
  κιθάρα, η   guitar
  κιμωλία, η   chalk
  κίνδυνος, ο   danger
  κίτρινο (-νη, -νος)   yellow [aj]
  κλέβω   steal [v]
  κλαίω   cry, weep [v]
  κλαδί, το   branch (of tree)
  κλειδαριά, η   lock
  κλειδί, το   key (for operating lock)
  κλείνω   close, shut [v]
  κλειστό (-τή, -τός)   closed, shut [aj]
  κλεψύδρα, η   hourglass
  κλουβί, το   cage
  κλωστή, η   thread, filament
  κλωτσάω   kick [v]
  κόβω   cut [v]
  κοιλάδα, η   valley
  κοιλία, η   abdomen
  κοιλιά, η   belly
  κοιμάμαι   sleep [v]
  κοινό (-νή, -νός)   common [aj]
  κοινό, το   λαός, ο
  public, populace, the people
  κοινότητα, η   community
  κόκκαλο, το   bone
  κόκκινο (-νη, -νος)   red [aj]
  κόλαση, η   hell
  κολλάω   adhere, glue [v]
  κολοσσιαίο (-αία, -αίος)   colossal [aj]
  κόλπο, τρικ, το   trick, chicanery
  κολυμπάω   swim [v]
  κόμβος, ο   node
  κόμμα, το   1. comma 2. party (political)
  κομμάτι, το   piece
  κονσέρβα, η   can, tin
  κοντά   1. near [av] 2. near, close to [pr]
  κοντινό (-νή, -νός)   near [aj]
  κοντό (-ντή, -ντός)   short (of little length) [aj]
  κοντό παντελόνι, το   shorts, trunks
  κορδόνι, το   σπάγγος, ο
  κόρη, η   daughter
  κόρη οφθαλμού, η   pupil (of eye)
  κορίτσι, το   girl
  κόρνα, η   horn (one that makes noise when blown)
  κορνίζα, η   frame (of painting, picture, etc.)
  κορυφή, κορφή, η   top, peak, summit
  κόσμος, ο   1. cosmos, world 2. people (many human beings)
  κοτόπουλο, το   chicken
  κουβάς, ο   bucket
  κουβέρτα, η   blanket
  κουδούνι, το   bell (of house, school, etc.)
  κούκλα, η   doll, effigy
  κουλτούρα, η   culture
  κουμπί, το   button
  κουνάω   shake [v]
  κουνέλι, το   rabbit
  κουνούπι, το   mosquito
  κουπί, το   paddle, oar
  κουπόνι, το   coupon
  κουρασμένο (-νη, -νος)   tired, weary [aj]
  κουρτίνα, η   curtain
  κουτάλι, το   spoon
  κουτί, το   box
  κράνος, το   helmet
  κρασί, το   wine
  κρατάω   hold, grasp [v]
  κρατάω, κατακρατάω   keep, retain [v]
  κρεβάτι, το   bed
  κρεμάω   hang, suspend, dangle [v]
  κρεμμύδι, το   onion
  κρίνω   judge [v]
  κρύβω   hide, conceal [v]
  κρύο (κρύα, κρύος)   cold [aj]
  κρύσταλλο, το   crystal (glass of high quality)
  κρύσταλλος, ο   crystal (solidified compound)
  κτητικό (-κή, -κός)   possessive [aj]
  κτίριο, το   building, edifice
  κυβέρνηση, η   government
  κύβος, ο   cube
  κύκλος, ο   1. circle 2. cycle
  κύκλωμα, το   circuit
  κυλάω   roll [v]
  κύλινδρος, ο   cylinder
  κύμα, το   wave
  κυνηγάω   hunt, pursue, chase [v]
  κύριο (-ια, -ιος)   chief, main, primary, principal [aj]
  κύριος, ο   master, lord
  κώδικας, ο   code
  κωμικό (-κή, -κός)   comical [aj]
  κώνος, ο   cone
  λαβίδα, πένσα, η   tongs
  λαγός, ο   hare
  λάδι, το   oil (extracted from living plants)
  λαιμός, ο   throat, neck
  λαμβάνω   receive [v]
  λάμπα, η   lamp
  λαμπρός   bright, shiny [aj]
  λάμπω   shine [v]
  λανθασμένο (-νη, -νος)   wrong, incorrect [aj]
  λαός, κόσμος, ο   people (a people), folk
  λάσπη, η   mud
  λάχανο, το   cabbage
  λαχανικά, τα   vegetables
  λείο (λεία, λείος)   smooth [aj]
  λεκές, ο   blemish, spot
  λέξη, η   word
  λεξικό, το   dictionary
  λεξιλόγιο, το   vocabulary
  λεπίδα, η   blade
  λεπτομέρεια, η   detail
  λεπτό, το   minute (1/60th of an hour/degree)
  λεπτό (-τή, -τός), ψιλό (-λή, -λός)   thin, slender [aj]
  λεπτόρρευστο (-τη, -τος)   thin (of little viscosity) [aj]
  λέσχη, η   club, society
  λεφτά, χρήματα, τα   money
  λέω, αναφέρω   say, tell [v]
  λεωφορείο, το   bus
  λιβάδι, το   field (expanse of land), meadow
  λίγα (-γες, -γοι)   few [aj]
  λίγο   little (to a small degree) [av]
  λίγο   (-γη, -γος)   little (a small quantity of) [aj]
  λιγότερο (-ρη, -ρος)   less [aj]
  λιμάνι, το   port
  λίμνη, η   lake
  λινάρι, το   flax
  λιοντάρι, το   lion
  λίπος, το   fat
  λίστα, η   list
  λογαριασμός, ο   1. account (of money) 2. bill, invoice
  λογική, η   logic
  λόγος, ο   αιτία, η
  reason, justification, rationale
  λόγος, ο   ομιλία, η
  speech, talk
  λόγος, ο   αναλογία, η
  ratio, proportion
  λοξό (-ξή, -ξός)   slanted [aj]
  λουκάνικο, το   sausage
  λουλούδι, το   flower
  λουρί, το   strap
  λόφος, ο   hill
  λυγισμένο (-νη, -νος)   bent [aj]
  λυκαυγές, το   twilight (before sunrise)
  λύκος, ο   wolf
  λυκόφως, το   twilight (after sunset)
  λύπη, στεναχώρια, η   sadness
  λυπημένο (-νη, -νος)   sad, unhappy, melancholy [aj]
  λυώνω   melt [v]
  λωρίδα, η   stripe
  μαγεία, η   magic, sorcery
  μαγειρεύω   cook [v]
  μάγισσα, η   witch
  μαγνήτης, ο   magnet
  μάγος, ο   sorcerer
  μάγουλο, το   cheek
  μάζα, η   1. mass 2. lump, clod, blob
  μαζεύω, συλλέγω   gather, collect [v]
  μαζί   together [av]
  μαθαίνω   learn [v]
  μαϊμού, η   monkey
  μακρύ (-ριά, -ρύς)   long [aj]
  μακρυά, μακριά   far [av]
  μακρυνό (-νή, -νός)   far [aj]
  μαλακό (-κιά, -κός)   soft, malleable [aj]
  μαλλί, το   wool
  μαλλιά, τα   hair (atop one's head, collectively)
  μανιτάρι, το   mushroom
  μανταρίνι, το   mandarin, tangerine
  μαντεύω   guess, conjecture [v]
  μαξιλάρι, το   pillow, cushion
  μαρούλι, το   lettuce
  μαστός, ο   στήθος, το
  μάτι, το   eye
  ματς, το   game, match
  μαύρο (-ρη, -ρος)   black [aj]
  μαχαίρι, το   knife
  μαχαιρώνω   stab, jab [v]
  με   with (accompanied by) [pr]
  μεγάλο (-λη, -λος)   big, large [aj]
  μεγαλώνω   grow [v]
  μέγεθος, το   size
  μέγιστο (-τη, -τος)   most (the largest quantity of) [aj]
  μέθοδος, η   method
  μειονότητα, η   minority
  μελαγχολία, η   melancholy
  μελάνη, η   ink
  μελετάω   study [v]
  μέλι, το   honey
  μέλισσα, η   bee
  μέλλον, το   future (not past or present)
  μέλλοντας, ο   future (tense)
  μέλος, το   1. member (of group/organization) 2. limb
  μέντα, η   mint
  μεντεσές, ο   hinge
  μένω, παραμένω   remain, stay [v]
  μερίδα, η   allocation, allotment, portion
  μερόνυχτο, εικοσιτετράωρο, το   day (24-hour period)
  μέρος, το   part
  μέσα   1. inside [av] 2. means
  μέσα, μίντια, τα   media
  μεσάνυχτα, τα   midnight
  μέση, η   1. waist 2. middle
  μεσημέρι, το   noon
  μέσο, ενδιάμεσο, το   1. middle, in-between 2. average
  μετά   1. after (later than) [av]
  μετά, διά   by means of, via, together with [pr]
  μεταβάλλω   vary [v]
  μεταθέτω   translocate [v]
  μετακινώ, κινώ   move [v]
  μετάλλευμα, το   mineral, ore
  μέταλλο, το   metal
  μετανοιώνω   regret [v]
  μετάξι, το   silk
  μεταφέρω   carry [v]
  μετράω   1. count, enumerate [v] 2. measure [v]
  μετριόφρον (-ρων, -ρων)   modest [aj]
  μέτωπο, το   forehead
  μηδέν   zero [num]
  μήκος, το   length
  μήλο, το   apple
  μήνας, ο   month
  μήνυμα, το   message
  μητέρα, η   mother
  μηχανή, η   1. engine 2. machine
  μικρό (-ρή, -ρός)   small [aj]
  μικροσκοπικό (-κή, -κός), μικρούτσικο (-κη, -κος)   tiny, minuscule [aj]
  μικροσκόπιο, το   microscope
  μιλάω   speak, talk [v]
  μιμούμαι   imitate, mimic [v]
  μισό (-σή, -σός)   half [aj]
  μισώ   hate [v]
  μνημονεύω   quote, cite [v]
  μόδα, η   vogue, trend, fad, fashion
  μόλυβδος, ο   μολύβι, το
  lead (metal)
  μολύβι, το   pencil
  μολύνω   pollute, contaminate [v]
  μοναχικό (-κή, -κός)   lonely [aj]
  μόνιμο (-μη, -μος)   permanent, perpetual [aj]
  μόνο   only, solely [av]
  μόριο, το   molecule
  μοτέρ, το   motor
  μοτοσυκλέτα, μηχανή, η   motorcycle
  μουσική, η   music
  μουστάρδα, η   mustard
  μοχλός, ο   lever
  μπαίνω, εισέρχομαι   enter, go into [v]
  μπάλλα, η   ball
  μπαλόνι, το   balloon
  μπάλωμα, το   patch
  μπαμπού, το   bamboo
  μπανάνα, η   banana
  μπαρ, το   παμπ, η
  bar, pub
  μπάρα, η   bar, rod, rail
  μπάσκετ, το   basketball
  μπαχαρικό, το   spice, seasoning
  μπέιζμπολ, το   baseball
  μπιζέλι, το   pea
  μπιλιάρδο, το   pool, billiards
  μπίρα, το   beer
  μπλέ   blue [aj]
  μπογιά, η   paint, crayon
  μπορώ   can [aux]
  μπουκάλι, το   bottle
  μπουμπούκι, το   bud (of flower/leaf)
  μπουτίκ, η   boutique
  μπράτσο, το   arm (shoulder to hand)
  μπροστά   από   in front of, ahead of [av]
  μπρούντζος, ο   brass
  μπωλ, το   bowl
  μυαλό, το   brain
  μύγα, η   fly (the insect)
  μυθιστόρημα, το   fiction
  μύλος, ο   mill
  μυρμήγκι, το   ant
  μυρωδιά, η   smell
  μυς, ο   muscle
  μυστήριο, το   mystery
  μυστικό (-κή, -κός)   secret [aj]
  μύτη, η   nose
  μωβ, βιολετί   purple, violet [aj]
  μωρό, το   baby, infant
  ναι   yes
  νάτριο, το   sodium
  νέα, τα   news, tidings
  νέο (νέα, νέος)   new [aj]
  νέον, το   neon
  νεαρό (-ρή, -ρός)   young (of little age; having existed/lived for a brief time) [aj]
  νεκρό (-ρή, -ρός)   dead [aj]
  νεράιδα, η   fairy
  νερό, το   water
  νεύρο, το   nerve
  νεφρίτης, ο   jade
  νεφρό, το   kidney
  νησί, το   island
  νόημα, το   έννοια, σημασία, η
  concept, meaning
  νόμισμα, το   coin
  νόμος, ο   law
  νομός, ο   county
  νοσοκομείο, το   hospital
  νότος, ο   south
  νους, ο   mind
  ντομάτα, η   tomato
  ντους, ντουζ, το   shower
  ντροπή, η   shame, embarrassment
  νύχι, το   nail (fingernail)
  νύχτα, η   night
  ξαφνιάζω   surprise, startle [v]
  ξαφνικό (-κή, -κός)   sudden [aj]
  ξενοδοχείο, το   hotel, inn
  ξερνάω   vomit [v]
  ξερό (-ρή, -ρός)   dry [aj]
  ξέρω, γνωρίζω   know [v]
  ξεφεύγω   escape, flee from [v]
  ξεχνάω   forget [v]
  ξεχύνομαι   burst [v]
  ξεχωρίζω   distinguish, differentiate [v]
  ξηρός καρπός, ο   nut (hard-shelled fruit/seed)
  ξύδι, το   vinegar
  ξύλο, το   wood (the substance)
  ξυνό (-νή, -νός)   sour [aj]
  ξύνω   sharpen, rub, abrade [v]
  ξυπνητό (-τή, -τός)   awake [aj]
  ξυράφι, το   razor
  ξυρίζω   shave [v]
  ο   the (masculine) [det]
  οβάλ, το   oval
  οδηγώ   guide, lead [v]
  οδός, η   street
  οικογένεια, η   family
  οικονόμο (-μος, -μος)   frugal, thrifty [aj]
  οικονόμος (-μος)   butler, maid
  οκτώ   eight [num]
  όλο (όλη, όλος)   all [aj]
  ολόκληρο (-ρη, -ρος)   whole, entire, complete [aj]
  ομάδα, η   1. team (sports) 2. group, crew, squad
  ομίχλη, η   fog
  όμορφο (-φη, -φος)   beautiful, handsome, good looking [aj]
  ομπρέλλα, η   umbrella
  ομφαλός, αφαλός, ο   navel
  όνειρο, το   dream
  όνομα, το   name
  όξινο (-νη, -νος)   acidic [aj]
  οξύ, το   acid
  οξύ (οξεία, οξύς)   sharp, keen, pointy, acute [aj]
  οξυγόνο, το   oxygen
  όπλο, το   gun, weapon
  οργανισμός, ο   1. organism 2. organization
  όργανο, το   organ
  οργανώνω   organize, organise [v]
  οργάνωση, η   1. organization 2. sect (religious)
  ορθογώνιο, το   rectangle
  οριζόντιο (-ια, -ιος)   horizontal [aj]
  όριο, το   limit
  όρμος, ο   bay
  όρος, το   mount (mass of land)
  όρος, ο   condition, term, provision
  οσμή, η   odor
  οτι   that (complementizer) [cj]
  ότι   whatever [aj]
  ουδέτερο (-ρη, -ρος)   neuter [aj]
  ουρά, η   tail
  ουράνιο τόξο, το   rainbow
  ουρανός, ο   sky, heaven, celestial realm
  όφις, ο   serpent
  όχημα, το   vehicle
  όχι   no
  όψη, η   face, appearance
  πάγος, ο   ice
  παγίδα, η   trap
  παγωμένο (-νη, -νος)   chilly, frigid [aj]
  παγώνω   freeze [v]
  παθητική, η   passive (voice)
  παιδί, το   child
  παίζω   1. play, recreate, frolic [v] 2. play (musical instrument) [v]
  παινεύω   praise, compliment, laud [v]
  παίρνω   take [v]
  παιχνίδι, το   1. game 2. toy
  παλάμη, η   palm (of hand)
  παλεύω   wrestle [v]
  πάλι, ξανα-   again, re- [av]
  παλίρροια, η   tide
  παλιό (-ιά, -ιός)   old (existing for a long time) [aj]
  παλτό, το   coat
  πανί, το   cloth
  πανεπιστήμιο, το   university
  πανηγυρίζω   celebrate, rejoice [v]
  πάντα   always [av]
  παντελόνι, το   pants, trousers
  πάνω   above, over [av]
  πάνω, άνω   up [av]
  πανωφόρι, το   jacket
  παπάς, ιερεύς, ο   priest, clergyman
  παπούτσι, το   shoe
  παράδειγμα, το   example
  παράδεισος, ο   paradise
  παραδέχομαι, ομολογώ   admit, confess [v]
  παράδοση, η   1. submission, surrender 2. tradition
  παράθυρο, το   window
  παραιτούμαι   resign [v]
  παράλληλο (-λη, -λος)   parallel [aj]
  παράξενο (-νη, -νος), περίεργο (-γη, -γος)   strange, weird, unusual, peculiar [aj]
  παρακείμενος, ο   perfect (tense)
  παρατατικός, ο   imperfect (tense)
  παρατηρώ   1. notice, observe [v] 2. guard, monitor [v]
  παρελθόν, η   past (not present or future)
  παρεμποδίζω, μπλέκομαι   interfere [v]
  πάρκο, το   park
  παρόμοιο (-οια, -οιος), όμοιο (-οια, -οιος)   similar [aj]
  παρόν, το   present (the now)
  παρόν (-ρούσα, -ρών)   present (not past or future) [aj]
  πατάκι, κιλίμι, το   rug, mat
  πατάτα, η   potato
  πατάω   step on (push or press on something) [v]
  πατέρας, ο   father
  πάτος, ο   κάτω μέρος, το
  πάτωμα, το   floor
  πάχος, το   1. thickness (of an object) 2. fat (of an animal)
  παχουλό (-λή, -λός)   chubby, plump [aj]
  παχύ (-χιά, -χύς)   thick, fat [aj]
  παχύρρευστο (-τη, -τος)   viscous, thick [aj]
  πεθαίνω   die [v]
  πείραμα, το   experiment
  πειρασμός, ο   δέλεαρ, το
  πέντε   five [num]
  πέπλο, το   veil
  πεπόνι, το   melon
  πέρα   1. away [av] 2. beyond, farther than, exceeding [av]
  περηφάνεια, η   pride (state of being proud)
  περιβάλλον, το   environment, surroundings
  περιγράφω   describe [v]
  περιέχω   contain [v]
  περικάρπιο, το   pod (seed pod)
  περιμένω   wait (for), await [v]
  περιοδικό, το   magazine, journal
  περιοδικό (-κή, -κός)   periodic [aj]
  περίοδος, η   period
  περιορίζω   restrain, inhibit, hold back [v]
  περιοχή, η   region, area
  περιπλανούμαι, περιπλανώμαι   drift, wander [v]
  περισσότερο (-ρη, -ρος)   more [aj]
  περπατάω   walk [v]
  πεταλούδα, η   butterfly
  πετάω   1. fly [v] 2. throw, toss [v]
  πέτρα, η   stone
  πετράδι, το   jewel, gem
  πετρέλαιο, το   oil (crude), petroleum
  πετσέτα, η   towel
  πετυχαίνω, επιτυγχάνω   succeed [v]
  πεύκο, το   pine
  πηγαίνω, πάω   go [v]
  πηγή, η   1. spring of water 2. source
  πηγούνι, το   chin
  πηδάλιο, το   pedal
  πηδάω   jump, leap [v]
  πηλός, ο   clay
  πηνίο, το   coil
  πηρούνι, το   fork
  πιάνο, το   piano
  πιάνω   catch (stop the motion) [v]
  πιάτο, το   dish, plate
  πιέζω   press (apply pressure) [v]
  πιθανό (-νή, -νός)   probable [aj]
  πιθανώς   probably [av]
  πίθηκος, ο   ape
  πικρό (-ρή, ρός)   bitter [aj]
  πίνω   drink [v]
  πιο   more [av]
  πιπέρι, το   pepper (spice)
  πιπεριά, η   pepper (hot/sweet/bell pepper)
  πιπερόρριζα, η   ginger
  πίσσα, η   tar
  πιστεύω   believe [v]
  πιστό (-τή, -τός)   loyal [aj]
  πίστωση, η   credit (permission to borrow money)
  πίσω   back [av]
  πίσω από   behind
  πίσω μέρος   rear, back part of
  πίτσα, η   pizza
  πλάγιο (-για, -γιος), επικλινές (-νής, -νής)   sloped, inclined, declined (not horizontal) [aj]
  πλανήτης, ο   planet
  πλαστικό, νάυλον, το   plastic
  πλάτη, η   back (of body)
  πλάτος, φάρδος, το   width
  πλατύ (-τιά, -τύς), φαρδύ (-διά, δύς)   wide, broad (of space between objects) [aj]
  πλειοψηφία, η   majority
  πλένω   wash [v]
  πλευρά, η   side, flank, lateral area
  πληγή, η   wound
  πληγώνω, τραυματίζω   injure, harm [v]
  πλημμύρα, η   flood, deluge
  πληροφορία, η   information
  πληρώνω   pay [v]
  πλοίο, καράβι, βαπόρι, το   ship
  πλούσιο (-ια, -ιος)   rich, wealthy [aj]
  πνεύμα, το   spirit
  πνεύμονας, ο   lung
  πνίγω   drown [v]
  ποδήλατο, το   bicycle
  πόδι, το   1. foot 2. leg
  ποδιά, η   apron
  ποδόσφαιρο, το   soccer
  ποίημα, το   poem
  πόλεμος, ο   war
  πόλη, η   city
  πολικότητα, η   polarity
  πολιτεία, η   state (political entity)
  πολιτική, η   politics
  πολιτισμός, ο   civilization
  πολλά (-λλές, -λλοί)   many (a large number of) [aj]
  πολλαπλασιάζω   multiply [v]
  πολύ   much, very [av]
  πολύ   (πολλή, πολύς)   much (a large quantity of) [aj]
  πολύπλοκο (-κη, -κος)   complex [aj]
  πόνος, ο   pain
  ποντίκι, το   mouse
  πορεία, η   route, path, course
  πόρτα, η   door
  πορτοκάλι, το   orange (tree/fruit)
  πορτοκαλί   orange (the color) [aj]
  ποσότητα, η   quantity
  ποτάμι, το   ποταμός, ο
  πότε   when (interrogative) [av]
  ποτέ   1. ever (at any time) [av] 2. never [av]
  που   that (complementizer) [cj]
  πού   where (interrogative) [av]
  πουκάμισο, το   shirt
  πουλάω   sell [v]
  πουλί, το   bird
  πραγματικό (-κή, -κός)   real, actual [aj]
  πρακτορείο, το   agency, bureau
  πράξη, η   act, deed
  πράσινο (-νη, -νος)   green [aj]
  πρέσβυς, ο/η   ambassador
  πρήξιμο, φούσκωμα, το   swelling, inflation
  πριν   before [av]
  πριν, προ   ago, before (in the past) [av]
  πριόνι, το   saw (the tool)
  πρόβατο, το   sheep
  προβλέπω, περιμένω   predict, expect, anticipate [v]
  πρόγραμμα, το   program, programme
  πρόεδρος, ο/η   president
  προειδοποιώ   warn [v]
  προέλευση, η   origin
  προηγούμενο (-νη, -νος)   prior, preceding, previous [aj]
  προκαλώ   cause [v]
  πρόοδος, η   progress, advancement
  προορισμός, ο   destination
  προς   to, towards, toward [pr]
  προς τα μπρος   forward, ahead [av]
  προσβολή, η   insult
  προσεύχομαι   pray [v]
  προσθέτω   add, append [v]
  προσκαλώ   invite [v]
  προσοχή, η   attention, caution, prudence, carefulness
  προσποιούμαι   pretend, act, feign [v]
  προστατεύω   protect [v]
  πρόσφατα   recently [av]
  πρόσφατο (-τη, -τος)   recent [aj]
  προσφέρω   offer [v]
  προσφιλές (-λής, -λής)   dear, precious, cherished [aj]
  προσφορά, η   offer
  πρόσωπο, το   face
  προσωρινό (-νή, -νός), εφήμερο (-ρη, -ρος)   temporary, transient, ephemeral [aj]
  πρόταση, η   sentence (of words)
  προτείνω   suggest, propose [v]
  προτίθεμαι   intend, mean to [v]
  προτιμώ, είμαι υπέρ   favor, prefer [v]
  προτού   earlier than [av]
  πρωθυπουργός, ο/η   prime minister
  πρωί, το   morning
  πρωτότυπο (-πη, -πος)   novel, original (non-imitative) [aj]
  πρώιμο (-μη, -μος)   early, premature [aj/av]
  πυκνό (-νή, -νός)   dense [aj]
  πυκνότητα, η   density
  πυραμίδα, η   pyramid
  πυρετός, ο   fever
  πύραυλος, ο   rocket
  πύργος, ο   tower
  πως   that (complementizer) [cj]
  πώς   how [av]
  ράβω   sew [v]
  ραδιόφωνο, το   radio (apparatus, wireless set)
  ρακέττα, η   racket, racquet
  ράφι, το   shelf
  ραχοκοκκαλιά, σπονδυλική στήλη, η   spine, backbone
  ρέω   flow [v]
  ρηχό (-χή, -χός)   shallow [aj]
  ρίζα, η   root
  ρολόι, το   clock, watch
  ρόλος, ο   role
  ρόπαλο, το   club, cudgel
  ρουφάω   suck [v]
  ρούχο, το   garment
  ρύζι, το   rice
  ρυθμός, ο   rhythm
  ρυτίδα, η   wrinkle, crease
  ρωτάω   ask, inquire [v]
  σάκος, ο   sack
  σαλάτα, η   salad
  σαν   like, similar to [av]
  σανίδα, η   board (piece of wood)
  σάντουϊτς, το   sandwich
  σαπίζω   rot, decay [v]
  σαπούνι, το   soap
  σάρκα, η   meat, flesh
  σαφές (-φής, -φής)   clear, plain [aj]
  σαύρα, η   lizard
  σβήνω   erase, delete [v]
  σέβομαι   respect, venerate, esteem [v]
  σειρά, η   series
  σεισμός, ο   earthquake
  σελίδα, η   page
  σεντόνι, το   sheet (of cloth, covering a bed)
  σεξ, το   sex (copulation)
  σήμα, το   sign
  σημάδι, το   mark
  σημαία, η   flag, banner
  σημαντικό (-κή, -κός)   important [aj]
  σημείωση, η   note, annotation
  σήμερα   today [av]
  σιγά, αργά   slowly [av]
  σιγανό (-νή, -νός), εξασθενημένο (-νη, νος)   quiet, soft, faint (of little sonic intensity) [aj]
  σίδερο, το   iron
  σιδηρόδρομος, ο   railroad
  σίτα, η   screen, mesh
  σιτάρι, στάρι, το   wheat
  σιφώνι, το   drain
  σιωπηλό (-λή, -λός)   silent [aj]
  σκίζω   tear, rip [v]
  σκίουρος, ο   squirrel
  σκάβω   dig [v]
  σκάκι, το   chess
  σκάλα, η   ladder, stair, stairs
  σκαρφαλώνω   climb [v]
  σκελετός, ο   1. skeleton 2. frame(of building, glasses, etc.)
  σκέφτομαι   think, ponder [v]
  σκέψη, η   thought
  σκι, το   ski
  σκιά, η   ίσκιος, ο
  shadow, shade
  σκλάβα, η   σκλάβος, ο
  σκληρό (-ρή, -ρός)   hard, firm, resistant to pressure [aj]
  σκόνη, η   dust, powder
  σκορ, το   score (in sports, games)
  σκόρδο, το   garlic
  σκορπίζω   spill (drop particles) [v]
  σκοτεινό (-νή, -νός)   dark, dim [aj]
  σκοτώνω   kill [v]
  σκουλήκι, το   worm
  σκούπα, η   broom
  σκουπίδι, το   garbage, trash, rubbish
  σκουπίζω   sweep [v]
  σκουριά, η   rust
  σκύλος, ο   dog
  σμπρώχνω   push (press on something) [v]
  σοβαρό (-ρή, -ρός)   serious, earnest, grave [aj]
  σόγια, η   soya, soybean
  σοκολάτα, η   chocolate
  σούπα, η   soup
  σουσάμι, το   sesame
  σοφία, η   wisdom
  σοφίτα, η   attic, garret
  σοφό (-φή, -φός)   wise [aj]
  σπάζω   break (into pieces) [v]
  σπαθί, το   sword
  σπανάκι, το   spinach
  σπάνια   seldom, rarely [av]
  σπείρα, η   spiral, whorl
  σπηλιά, η   cave
  σπηρούνι, το   spear, lance
  σπίρτο, το   match (little fire-stick)
  σπίτι, το   house, home
  σπυρί, το   grain
  σπόρος, ο   seed
  στήθος, το   1. chest (upper front of torso) 2. breast 3. white meat of chicken
  σταγόνα, η   drop (of liquid)
  σταδιακό (-κή, -κός)   gradual [aj]
  σταθερό (-ρή, -ρός)   constant, stable [aj]
  σταθμός, ο   station, depot
  σταματάω   cease, stop, quit [v]
  σταυρός, ο   cross
  σταφύλι, το   grape
  στάχτη, η   ash
  στέγη, η   roof
  στέκομαι   stand [v]
  στέλνω   send, dispatch, transmit [v]
  στεναχώρια, η   sorrow, uneasiness
  στενό (-νή, -νός)   narrow [aj]
  στερεό, το   solid
  στερεό (-ρεή/-ρεά, -ρεός)   solid [aj]
  στέρεο, το   stereo system
  στεριά, η   earth (firm ground, not water or air)
  στερούμαι   lack [v]
  στιγμή, η   moment, instant
  στοιχείο, το   element
  στολίδι, το   ornament, decoration
  στόμα, το   mouth
  στομάχι, το   stomach
  στόμιο, το   orifice
  στοχεύω   aim [v]
  στρατιώτης, ο   soldier
  στρατιωτικό (-κή, -κός)   military [aj]
  στρατός, ο   army
  στρώμα, το   layer
  στυλό, το   pen
  στύλος, ο   post (pole anchored in ground)
  συγκεντρωμένο (-νη, -νος)   concentrated, not distracted [aj]
  συγκεχυμένο (-νη, -νος)   obscure [aj]
  συγκρίνω   compare [v]
  συγχωρώ   forgive, pardon [v]
  συζητάω   discuss, talk about [v]
  σύζυγος, ο/η   husband, wife, spouse
  σύκο, το   fig
  συκώτι, το   liver
  συλλαβή, η   syllable
  συλλαμβάνω, πιάνω   capture, seize [v]
  συλλογισμός, ο   reasoning, rational thought
  συμβαίνω   happen, occur [v]
  συμβιβασμός, ο   compromise
  συμβόλαιο, το   contract
  σύμβολο, το   symbol, sign, token
  συμβουλή, η   advice
  συμπαθώ, λυπάμαι   pity, feel compassion [v]
  σύμπαν, το   universe
  συμπεριφορά, η   behavior, conduct
  συμπυκνωμένο (-νη, -νος)   concentrated, with increased density [aj]
  συμφραζόμενα, τα   context (in language, meaning)
  σύμφωνο, το   consonant
  συμφωνώ   agree [v]
  συν   plus [cj]
  συναντάω   meet, encounter (come across) [v]
  σύνδεσμος, ο   connection, joint, junction
  συνδετήρας, ο   staple
  συνειδητό (-τή, τός)   conscious, aware [aj]
  συνέπεια, η   consequence
  συνεργάζομαι   cooperate, collaborate [v]
  συνεχίζω   continue, keep on [v]
  συνήθειο, το   συνήθεια, η
  habit, custom
  συνηθισμένο (-νη, -νος)   usual [aj]
  συνθλίβω   crush [v]
  σύννεφο, το   cloud
  σύνολο, το   1. set (math) 2. total, sum, aggregate
  σύνορο, το   border, boundary
  σύνταγμα, το   constitution (charter of an organization)
  σύντομα   soon [av]
  σύντομο (-μη, -μος)   short (of little duration), brief [aj]
  σύριγγα, η   syringe
  σύρμα, το   wire
  συστέλλομαι, μαζεύω   shrink, contract [v]
  σύστημα, το   system
  συσχετίζω   associate [v]
  συσχετισμός, ο   association
  συχνά   frequently, often [av]
  συχνότητα, η   frequency, rate
  σφαίρα, η   1. sphere 2. bullet
  σφήνα, η   wedge
  σφιχτό (-τή, -τός)   taut, tight, tense, strained [aj]
  σφουγγάρι, το   sponge
  σφυρί, το   hammer
  σφυρίζω   whistle [v]
  σχέδιο, το   plan, design
  σχέδιο, μοτίβο, το   pattern
  σχεδόν   almost, nearly [av]
  σχέση, η   relationship
  σχετικά, αναφορικά   about [av]
  σχήμα, το   form, shape
  σχισμή, η   crack, fissure
  σχοινί, το   rope
  σχολείο, το   school
  σχόλιο, το   comment
  σώζω   save, rescue [v]
  σωλήνας, ο   pipe, tube
  σώμα, το   body
  σωρός, ο   pile, heap
  σωστό (-τή, -τός)   right, correct [aj]
  ταβάνι, το   ceiling
  ταβέρνα, η   tavern
  ταινία, η   band, tape
  ταίριασμα, το   match (suitable association of things)
  ταλέντο, προσόν, το   δεξιοτεχνία, η
  talent, skill, knack
  τάξη, σειρά, η   order
  ταξίδι, το   journey, trip, voyage
  ταξινόμηση, η   classification
  ταπεινό (-νή, -νός)   humble [aj]
  ταραχή, η   riot
  τάση, κλίση, η   tendency, propensity, inclination
  ταύρος, ο   bull
  ταυτόσημο (-μη, -μος)   identical [aj]
  ταχυδρομώ   mail [v]
  ταχύτητα, η   speed, velocity
  τελειώνω   end, conclude, finish [v]
  τελετή, ιεροτελεστία, η   ritual, rite, ceremony
  τελευταίο (-αία, -αίος)   last, final [aj]
  τελικά   eventually [av]
  τέννις, το   tennis
  τεντώνω   stretch, extend [v]
  τεράστιο   (-ια, -ιος)   huge, enormous, humongous [aj]
  τέσσερα   four [num]
  τετράγωνο, το   square
  τέχνη, η   art
  τεχνητό (-τή, -τός)   artificial [aj]
  τεχνική, η   technique
  τεχνολογία, η   technology
  τζάκι, το   fireplace, hearth
  τηγάνι, το   pan
  τηλεσκόπιο, το   telescope
  τηλεόραση, η   television
  τηλέφωνο, το   telephone, phone
  τίγρη, η   τίγρης, ο
  tiger (Felis tigris)
  τιμή, η   κόστος, το
  price, cost
  τιμωρώ   punish [v]
  τμήμα, το   τομέας, ο
  section, segment
  το   the (neuter) [det]
  το πιο   most (to the largest degree) [av]
  το πολύ   at most, only, just, merely [av]
  τοίχος, ο   wall
  τόνος, ο   tone, pitch
  τόξο, το   bow
  τοποθετώ   place [v]
  τόπος, ο   τοποθεσία, η
  place, location
  τουαλέττα, η   toilet, water closet
  τούβλο, το   brick
  τουλάχιστον   at least [av]
  τουφέκι, το   gun
  τραβάω   pull [v]
  τραγουδάω   sing [v]
  τράπεζα, η   bank (the financial institution)
  τραπέζι, το   table (the furniture)
  τρελό (-λή, -λός)   insane, crazy, mad [aj]
  τρένο, το   train
  τρέχω   run [v]
  τρία   three [num]
  τριανταφυλλιά, η   rosebush
  τριαντάφυλλο, το   rose
  τρίβω   grind, rub, abrade [v]
  τρίγωνο, το   triangle
  τρίχα, η   hair (a single strand)
  τρόπος, ο   manner, way
  τροφή, η   food
  τροχαλία, η   pulley
  τροχός, ο   wheel
  τρύπα, το   hole
  τρυπάνι, το   drill
  τρύπιο (-πια, -πιος)   hollow [aj]
  τρώω   eat [v]
  τσάι, το   tea
  τσάντα, η   bag
  τσεκούρι, το   axe
  τσέπη, η   pocket
  τσιγάρο, το   cigarette
  τσιγκούνης (-να), σπαγγορραμένος (-νη)   stingy [aj]
  τσουγκράνα, η   rake
  τυλίγω   wrap [v]
  τύμπανο, το   drum
  τυπώνω   print [v]
  τυρί, το   cheese
  τυφώνας, ο   tornado
  τύχη, η   luck, chance
  τώρα   now [av]
  υγιές (-ής, -ής)   healthy [aj]
  υγρό, το   liquid
  υγρό (-ρή, -ρός)   wet, liquid [aj]
  ύλη, η   matter (physics)
  υλικό, το   material, substance
  υπακούω   obey [v]
  υπάρχω   exist, am [v]
  υπέρ, υπέρ το δέον   too much, excessively [av]
  υπέρβαρο (-ρη, -ρος)   obese [aj]
  υπεύθυνο (-νη, -νος)   responsible, in charge [aj]
  υπευθυνότητα, η   responsibility, liability, accountability
  υπηρετώ   serve [v]
  υπνοδωμάτιο, το   κάμαρα, κρεβατοκάμαρα, η
  υπόγειο, το   cellar, basement
  υπογραμμίζω, δίνω έμφαση   emphasize, emphasise, accentuate, stress [v]
  υποθέτω   suppose, presume [v]
  υπολογίζω   calculate, compute, reckon [v]
  υπολογιστής, ο   computer
  υπόλοιπο, το   rest of, remainder
  υπομονή, η   patience
  υποστηρίζω   support [v]
  υπόσχεση, η   promise , pledge
  υφαίνω   weave [v]
  ύφασμα, το   fabric
  ύψος, το   height
  φαγητό, το   meal
  φαίνομαι, μοιάζω   seem, appear to be [v]
  φάκελος, ο   envelope
  φακή, η   lentil
  φακός, ο   lens
  φάλαινα, η   whale
  φαντάζομαι   imagine [v]
  φάντασμα, το   ghost
  φάρμακο, το   medicine (substance)
  φασόλι, το   bean
  φεγγάρι, το   moon
  φελός, ο   cork
  φέρνω, φέρω   bring [v]
  φεύγω   leave, depart [v]
  φθινόπωρο, το   fall, autumn
  φίδι, το   snake
  φιλάω   kiss [v]
  φιλεύσπλαχνο (-νη, -νος)   charitable [aj]
  φίλη, φίλος   friend
  φιλί, το   kiss
  φλέβα, η   vein
  φλυτζάνι, το   cup
  φοβάμαι   fear, be afraid of [v]
  φορά, η   iteration, time, instance
  φόρμα, η   uniform
  φόρος, ο   tax
  φορτηγό, το   truck, lorry
  φορτίο, το   load, burden
  φουρνιά, η   batch
  φούρνος, ο   oven
  φούστα, η   skirt
  φούτμπωλ (αμερικάνικο), το   football (American)
  φράχτης, ο   fence
  φρένο, το   brake
  φρούτο, το   fruit
  φρύδι, ο   eyebrow
  φτάνω   arrive, reach, extend (as far as) [v]
  φταρνίζομαι   sneeze [v]
  φτέρνα, η   heel
  φτερό, το   feather
  φτερούγα, η   wing (of bird)
  φτηνό (-νή, -νός)   cheap, inexpensive [aj]
  φτυάρι, το   shovel
  φτύνω   spit [v]
  φτωχό (-χή/-χιά, -χός)   poor, impoverished [aj]
  φυλακή, η   prison, jail
  φυλή, η   race (group of people)
  φύλλο, το   1. leaf 2. sheet (of paper, metal, but not cloth)
  φύλλο, λεπτό στρώμα, το   film (very thin layer)
  φύλο, το   sex (gender)
  φυσάω   blow [v]
  φύση, η   nature (the non-artificial world)
  φυστίκι, το   peanut
  φυτό, το   plant
  φωλιά, η   nest, den, lair
  φωνάζω   cry out, shout, yell [v]
  φωνή, η   voice
  φωνήεν, το   vowel
  φως, το   light
  φωτιά, η   fire
  φωτογραφία, η   picture, photograph
  χίλια   thousand [num]
  χαλάζι, το   hail
  χαλαζίας, ο   quartz
  χαλαρό (-ρή, -ρός)   loose, baggy, slack [aj]
  χαλινάρι, το   harness
  χαλκός, ο   copper
  χαμηλό (-λή, -λός)   low (not tall; of little height) [aj]
  χαμογελάω   smile [v]
  χάνω   misplace, lose [v], lose [vt]
  χαρακτηριστικό, το   quality, trait, attribute, characteristic
  χαρούμενο (-νη, -νος)   happy [aj]
  χάρτης, ο   map
  χαρτί, το   paper
  χείλος, το   lip
  χειμώνας, ο   winter
  χειρονομώ   gesture [v]
  χελώνα, η   turtle, tortoise
  χέρι, το   hand, arm
  χερούλι, το   handle, knob
  χημεία, η   chemistry
  χημική ουσία, η   chemical
  χθες   yesterday [av]
  χιόνι, το   snow
  χοίρος, ο   swine
  χόκεϋ, το   hockey
  χορεύω   dance [v]
  χουρμάς, ο   date (tree/fruit)
  χρειάζομαι   need, require [v]
  χρέος, το   debt, obligation [to pay]
  χρέωση, η   debit, charge
  χρησιμοποιώ   use, utilize, utilise [v]
  χρονικό, το   chronicle
  χρόνος, ο   1. time (the 4th universal dimension) 2. year
  χρυσός, ο   gold
  χρώμα, το   color
  χτένα, η   comb
  χτίζω   build [v]
  χτυπάω   hit, strike, beat, batter [v]
  χτύπημα, το   stroke, jolt, blow [of force]
  χυμός, ο   juice
  χύνω   pour (cause to flow), spill (drop liquid, but not solid) [v]
  χώμα, το   soil
  χώρα, η   country
  χωριό, το   village
  χωρίς, δίχως   without, lacking [av]
  χωριστά   apart, separately [av]
  χώρος, ο   space (the one with three dimensions)
  ψαλίδι, το   scissors
  ψαλιδίζω   trim, prune [v]
  ψάρι, το   fish
  ψέμμα, το   lie (falsehood)
  ψεύδομαι, λέω ψέμματα   lie (utter a falsehood) [v]
  ψεύτικο (-κη, -κος), λάθος   false, untrue [aj]
  ψηλό (-λή, -λός)   high, tall [aj]
  ψήνω   bake [v]
  ψηφίζω   vote [v]
  ψηφίο, το   digit, numeral
  ψυχή, η   soul, psyche
  ψυχρό (-ρή, -ρός)   cool [aj]
  ψωμί, το   bread
  ωθώ   drive, impel, propel [v]
  ωκεανός, ο   ocean
  ώμος, ο   shoulder
  ώρα, η   hour
  ωραίο (-αία, -αίος)   nice, good looking, handsome [aj]
  ώριμο (-μη, -μος)   1. ripe [aj] 2. mature [aj]

How to type in Greek On PCs:

If Greek is not among them, click on the Add button and select Greek. You can also decide which key combination switches between input languages on your keyboard (Left Alt + Shift by default), and whether an indicator of the current language is shown on the bottom-right of your screen (on the taskbar). (It is a good idea to have that option checked.) Once you accept these settings you can switch to Greek by hitting the key-combination you selected in the previous dialog (e.g., left Alt+Shift). (Note: in Internet Explorer you have to select the input language after you bring up the "Find in page" dialog.) While typing in Greek, you can produce the accented (stressed) vowels by hitting the semicolon (;) before the vowel you want to show accented. The diaeresis is produced by hitting the colon (:) before iota or upsilon. The iota or upsilon with accent and diaeresis are produced by the capital W followed by the iota or upsilon, respectively. The final sigma is produced by the lowercase w, while q and shift-Q produce the semicolon and colon, respectively.

Back to the "main" Greek language page