Δ.Ε.Π. – Αρχική σελίδα

Θεμελιώδεις Αρχές Γλωσσολογίας

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ  ΜΑΘΗΜΑΤΟΣ  Γ1 ΤΟΥ Δ.Ε.Π.

 


Διαφορά ανθρώπινης γλώσσας από τις “γλώσσες” των ζώων

Συχνά διατυπώνεται η ιδέα οτι «και τα ζώα μιλούν μεταξύ-τους.» Αυτό είναι εν μέρει σωστό, δηλαδή μερικά ζωικά είδη έχουν κάποιο είδος επικοινωνίας (θα δούμε αμέσως μερικά παραδείγματα). Αυτό που δεν είναι σωστό είναι το να νομίζουμε οτι η ανθρώπινη γλώσσα είναι κι αυτή απλώς ένα άλλο είδος επικοινωνίας μεταξύ ενός από τα ζωικά είδη: του ανθρώπινου είδους. Λάθος δηλαδή είναι το να πιστεύουμε οτι η ανθρώπινη γλώσσα δεν διαφέρει ποιοτικά από τις “γλώσσες” άλλων ζώων. Στη γλωσσολογία αναγνωρίζονται σημαντικές ποιοτικές διαφορές μεταξύ της ανθρώπινης γλώσσας και των ζωικών “γλωσσών”, που κάνουν την πρώτη ένα τελείως διαφορετικό αντικείμενο από τις τελευταίες. Τις διαφορές αυτές θα σημειώσουμε σε λίγο. Πρώτα όμως ας δούμε παραδείγματα ζωικών μορφών επικοινωνίας:

  • Τα μυρμήγκια χρησιμοποιούν ένα σύστημα χημικών ουσιών, που λέγονται φερομόνες, για να επικοινωνούν μεταξύ-τους. Όταν ένα μυρμήγκι-“κυνηγός” φεύγει από τη φωλιά προς άγραν τροφής, αφήνει στο έδαφος σποραδικά φερομόνες μέσω των οποίων μπορεί να επιστρέψει στη φωλιά-του αργότερα, ακολουθώντας-τες προς τα πίσω. Όταν όμως το μυρμήγκι-κυνηγός εντοπίσει τροφή που δεν μπορεί να τη μετακινήσει και να τη σύρει προς τη φωλιά, τότε επιστρέφει στη φωλιά αφήνοντας στο έδαφος πάλι φερομόνες, αλλά διαφορετικής σύστασης από τις πρώτες. Καθώς συναντά άλλα μυρμήγκια στη φωλιά (κυνηγούς ή μη), τα ειδοποιεί χάρη σε μια άλλη, άμεση επικοινωνία που γίνεται μέσω των κεραιών-τους. Τα άλλα μυρμήγκια, ακολουθώντας τις φερομόνες, φτάνουν στο σημείο της τροφής. Επιστρέφοντας από την τροφή προς τη φωλιά, αφήνουν κι αυτά άλλες φερομόνες, ενισχύοντας έτσι το “μήνυμα” στο έδαφος. Έτσι δημιουργούνται οι γνωστές αλυσίδες ή “λεωφόροι” μυρμηγκιών, που μπορούν να φτάσουν σε μήκος τα πολλά μέτρα.

  • Οι μέλισσες παρουσιάζουν ένα ακόμα πιο ενδιαφέρον σύστημα επικοινωνίας από αυτό των μυρμηγκιών. Όταν μια μέλισσα βρίσκει τροφή, επιστρέφει στη μελισσοφωλιά και ειδοποιεί τις άλλες μέλισσες ως εξής: αν η τροφή είναι μέχρι 6 μέτρα μακριά από τη φωλιά, διαγράφει έναν κύκλο πάνω στο τοίχωμα της φωλιάς (στις κυψέλες). Αν η απόσταση είναι μεταξύ 6 και περίπου 20 μέτρα, τότε διαγράφει ένα πεπλατυσμένο σχήμα 8, οπότε η γωνία της γραμμής που χωρίζει τα δύο τμήματα του 8 (έτσι:  8 ) με την κατακόρυφη είναι ίση με τη γωνία της τροφής με τη διεύθυνση του Ήλιου. (Υπόψη οτι οι μέλισσες βλέπουν τον Ήλιο ακόμα και όταν είναι συννεφιά, καθώς βλέπουν και στο υπεριώδες τμήμα του φάσματος.) Τέλος, αν η τροφή είναι σε απόσταση πιο μεγάλη από 20 μέτρα, τότε η μέλισσα διαγράφει ένα ημικύκλιο, όπου πάλι η διάμετρος του ημικυκλίου προσδιορίζει τη γωνία της τροφής με τον Ήλιο. Μάλιστα, στην τρίτη περίπτωση, όσο πιο μακριά είναι η τροφή (από τα 20 μέτρα και πάνω), τόσο πιο αργά κουνάει η “χορεύτρια” μέλισσα την κοιλιά-της. Έτσι στην τρίτη περίπτωση η πληροφορία που μεταδίδεται είναι: «Πηγαίνετε προς αυτή τη γωνία, και σε τόση (περίπου) απόσταση», οπότε καθορίζεται πλήρως η τοποθεσία της τροφής. Καί στους τρεις αυτούς “χορούς”, το πόσο γρήγορα τους εκτελεί η μέλισσα και το πόσες επαναλήψεις κάνει είναι πληροφορία για το πόσο καλή είναι η ποιότητα της τροφής.

  • Τα πουλιά χρησιμοποιούν ορισμένα τιτιβίσματα για να ειδοποιήσουν άλλα πουλιά του είδους-τους με συγκεκριμένα μηνύματα, όπως: «Ας χτίσουμε μια φωλιά μαζί», ή: «Πήγαινε να φέρεις τροφή για τα μικρά». Στα περισσότερα είδη, τα τιτιβίσματα είναι ακριβώς τα ίδια όταν αντιστοιχούν σε συγκεκριμένα μηνύματα, όχι όμως πάντα. Μερικές φορές υπάρχει “δημιουργικό πνεύμα”, αλλά μέχρις ενός σημείου. Γάλλοι επιστήμονες που μελέτησαν τα τιτιβίσματα που κάνει το Ευρωπαϊκό ψαρόνι διαπίστωσαν οτι μπορεί να υπάρξει ποικιλία στο τιτίβισμα, αλλά τα άλλα ψαρόνια που το ακούν προσέχουν μόνο την εναλλαγή σε υψηλές και χαμηλές νότες, ενώ το ποιες παράγονται πρώτα και ποιες ύστερα δεν έχει σημασία. Έτσι, η δημιουργικότητα στο μήνυμα είναι υπαρκτή μεν, αλλά “πηγαίνει χαμένη”, καθώς δεν μεταδίδεται πληροφορία μέσω αυτής.

  • Οι λύκοι (και φυσικά και οι σκύλοι, ως εξημερωμένοι λύκοι), χρησιμοποιούν επίσης συγκεκριμένα “σήματα” προκειμένου να μεταφέρουν συγκεκριμένα μηνύματα: το δείξιμο των δοντιών με ταυτόχρονο γρύλλισμα σημαίνει “φύγε από δω, είσαι στην περιοχή-μου”, το μάζεμα της ουράς κάτω από τα σκέλια σημαίνει “αποδέχομαι την υπεροχή-σου”, κ.ο.κ. — μια γλώσσα με την οποία είναι αρκετά εξοικειωμένοι οι φιλόζωοι που συντηρούν σκύλους. Οι γάτες έχουν κι αυτές τα δικά-τους “σήματα”, κλπ. Το σημαντικό είναι οτι ποτέ τα σήματα αυτά δεν αλλάζουν. Ποτέ π.χ. ένας σκύλος δεν πρόκειται να κουνήσει δεξιά-αριστερά το κεφάλι-του για να σημάνει το «Ας πάμε έξω για την καθημερινή-μας βόλτα».

Χαρακτηριστικά ανθρώπινων γλωσσών που λείπουν από τα ζωικά συστήματα επικοινωνίας

Παραγωγικότητα. Ένα μοναδικό χαρακτηριστικό της ανθρώπινης γλώσσας είναι η παραγωγικότητα, δηλαδή η ικανότητα για παραγωγή οποιουδήποτε μηνύματος που δεν έχει εκφραστεί ποτέ πριν, ή αν έχει εκφραστεί, αυτό το αγνοεί ο ομιλητής. Παράδειγμα θα μπορούσε να είναι η μολις προηγούμενη πρόταση, που, σίγουρα μεν έχει εκφραστεί από κάποιον Έλληνα στο παρελθόν, αλλά μάλλον όχι με τις ίδιες ακριβώς λέξεις, και οπωσδήποτε το γεγονός αυτό το αγνοεί ο ομιλητής (συγγραφέας) που την παρήγαγε. Επίσης η ανθρώπινη νοημοσύνη δημιουργεί νέα νοήματα, για τα οποία παράγει νέες λέξεις. Π.χ. η λέξη “διεκπεραιωτής” (αγγλ.: “server”) δεν υπήρχε στην ελληνική μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα, τείνει όμως να καθιερωθεί στον 21ο αιώνα γιατί υπάρχει η ανάγκη να αναφερθεί κανείς στον υπολογιστή του διαδικτύου που διακινεί δεδομένα. Άλλη παρόμοια λέξη είναι το “σερφάρω” (μεταφορά του αγγλικού “surf”), που σημαίνει “μετακινούμαι από ιστοσελίδα σε ιστοσελίδα”. Μια παλιότερη λέξη είναι ο “συμπλέκτης” του αυτοκινήτου, λέξη που βέβαια δεν υπήρχε μέχρι τις αρχές του 20ού αιώνα. Τα ζώα δεν εκφράζουν ποτέ (στη διάρκεια της ζωής-τους) ούτε νέες “λέξεις”, ούτε νέες προτάσεις διαρρυθμίζοντας διαφορετικά τις υπάρχουσες “λέξεις”.

Φωλιασμένη επαναληπτικότητα. Άλλο μοναδικό χαρακτηριστικό των ανθρώπινων γλωσσών είναι η λεγόμενη “φωλιασμένη επαναληπτικότητα”, που μπορούμε να την καταλάβουμε μέσω των ακόλουθων παραδειγμάτων. Μπορούμε π.χ. να πούμε:

Η τριανταφυλλιά ξεράθηκε
Η τριανταφυλλιά που πότισες προχθές ξεράθηκε
Η τριανταφυλλιά που πότισες με το ποτιστήρι προχθές ξεράθηκε
Η τριανταφυλλιά που πότισες με το αγορασμένο στο σούπερ μάρκετ ποτιστήρι προχθές ξεράθηκε
Η τριανταφυλλιά που πότισες με το αγορασμένο στο κινεζικών συμφερόντων σούπερ μάρκετ ποτιστήρι προχθές ξεράθηκε
... κ.ο.κ. ...

Βλέπουμε λοιπόν οτι υπάρχει μια συντακτική δομή, χάρη στην οποία μπορούμε να παρεμβάλουμε (να “φωλιάσουμε”) έναν αυθαίρετο αριθμό από φραστικά τμήματα το ένα μέσα στο άλλο — “αυθαίρετο” βέβαια μέχρι του σημείου που το νόημα αρχίζει να γίνεται δύσκολα κατανοητό. Όμως φωλιασμένη επαναληπτικότητα (ή αλλιώς: “αναδρομικότητα”, αγγλ.: recursion) παρατηρούμε επίσης σε απλούστερες περιπτώσεις, όπως όταν παρεμβάλλουμε επίθετα, το ένα μετά το άλλο, πριν από ένα ουσιαστικό:

Το αυτοκίνητο
Το ιταλικό αυτοκίνητο
Το σπορ ιταλικό αυτοκίνητο
Το γρήγορο σπορ ιταλικό αυτοκίνητο
Το κόκκινο γρήγορο σπορ ιταλικό αυτοκίνητο
... κ.ο.κ. ...

Επίσης την ίδια ιδιότητα βλέπουμε όχι μόνο σε συντακτικό, αλλά και σε μορφολογικό επίπεδο. Παραδείγματος χάρη:

Πράγμα
Πραγματοποιώ
Πραγματοποιήσιμο
Πραγματοποιησιμότητα
Πραγματοποιησιμότητας

Καμιά ζωική επικοινωνία δεν διαθέτει οτιδήποτε που να μοιάζει με τη φωλιασμένη επαναληπτικότητα της ανθρώπινης γλώσσας.

Χρονική μεταθετότητα. Τα ζώα είναι “εγκλωβισμένα” στο να αναφέρονται μόνο στο παρόν όταν επικοινωνούν μεταξύ-τους, στο “εδώ και τώρα”. Κανένα ζώο δεν μπορεί να σκεφτεί ή να πει στο σύντροφό του: «Ας βρούμε τροφή σαν αυτή που φάγαμε χθες!», ή — ακόμα περισσότερο — «Δεν θα βρίσκουμε τροφή σε ένα μήνα από τώρα!» Η ανθρώπινη ομιλία μπορεί να αναφερθεί όχι μόνο στο χθες και στο αύριο, αλλά και στο μακρυνό παρελθόν (ακόμα και δισεκατομμύρια έτη πριν), όπως και στο απώτατο μέλλον. Αυτά βέβαια είναι συνέπειες των αντίστοιχων ικανοτήτων της ανθρώπινης νόησης.

Δομική πολλαπλότητα. Η ανθρώπινη ομιλία αποτελείται από πολλαπλά επίπεδα. Ξεκινάει στο κατώτατο επίπεδο από ήχους και φθόγγους, οι οποίοι σχηματίζουν μορφήματα (τουλάχιστον στην πλειονότητα των γλωσσών — εξαιρούνται π.χ. τα μανδαρίνικα κινέζικα· το προηγούμενο παράδειγμα της “πραγματοποιησιμότητας” δείχνει ποια είναι τα μορφήματα που αποτελούν τη λέξη αυτή). Τα μορφήματα σχηματίζουν λέξεις, οι λέξεις φραστικά τμήματα, τα φραστικά τμήματα προτάσεις, και οι προτάσεις μπορούν να σχηματίσουν ολόκληρες διηγήσεις. Το καθένα από τα αλλεπάλληλα αυτά επίπεδα αγνοεί την ύπαρξη των ανώτερων επιπέδων, αλλά χρησιμοποιεί το αμέσως προηγούμενο επίπεδο για τη δόμησή του. Καμία παρόμοιας μορφής ιεραρχική δομή δεν παρατηρείται στα ζωικά είδη επικοινωνίας. (Περισσότερα για τη δομή της ανθρώπινης γλώσσας θα αναφερθούν σε επόμενη ενότητα.)

Για τους λόγους αυτούς, όταν λέμε “γλώσσα” εννοούμε ένα σύστημα επικοινωνίας που να περιλαμβάνει τα ανωτέρω χαρακτηριστικά των ανθρώπινων γλωσσών. Τις ζωικές δεν τις ονομάζουμε “γλώσσες”, αλλά “συστήματα επικοινωνίας”. Η γλωσσολογία ασχολείται με την ανθρώπινη γλώσσα κατ’ αποκλειστικότητα. Όταν ασχολείται με ζωικά είδη επικοινωνίας το κάνει μόνο για να τα αντιπαραβάλει με τα αντίστοιχα ανθρώπινα. Η γλωσσολογία δέχεται οτι υπάρχει χάσμα μεταξύ ανθρώπινης γλώσσας και ζωικής επικοινωνίας, που οφείλεται στο αντίστοιχο νοητικό χάσμα του ανθρώπου από τ’ άλλα ζώα, και καταδεικνύεται από τις μοναδικές ιδιότητες της γλώσσας που αναφέρθηκαν παραπάνω. Βέβαια το χάσμα αυτό δεν δημιουργήθηκε “εν μιά νυκτί”, αλλά είναι αποτέλεσμα της εξαφάνισης των προγονικών-μας ειδών, όσων προηγήθηκαν του δικού-μας είδους (“Άνθρωπος ο σοφός”, λατ.: Homo sapiens), και που μας συνδέουν με είδη μεγάλων πιθήκων (επίσης εξαφανισμένων) που σίγουρα δεν είχαν γλώσσα. Τα προγονικά-μας είδη (π.χ.: Άνθρωπος ο όρθιος) εικάζεται οτι είχαν συστήματα επικοινωνίας που ήσαν μεταξύ γλώσσας και μη-γλώσσας. Με την εξαφάνιση όμως των ειδών αυτών χάθηκε και η “γέφυρα” που συνέδεε τη σημερινή ανθρώπινη γλώσσα με τα ζωικά συστήματα επικοινωνίας, εξ ου και το χάσμα.

Στο παρόν μάθημα δεν θα ασχοληθούμε πλέον παρά μόνο με την ανθρώπινη γλώσσα.


Τί είναι “γλώσσα”

Όσοι δεν έχουν ασχοληθεί με τη γλωσσολογία συχνά κάνουν μια σύγχυση σχετικά με το τί είναι “γλώσσα” και τί δεν είναι. Συγκεκριμένα, είναι πολύ κοινή (αλλά λανθασμένη) παραδοχή να θεωρείται σαν “γλώσσα” ο γραπτός λόγος, ενώ ο προφορικός να θεωρείται σαν ένα αντικείμενο “κατώτερης τάξης”, σχεδόν ανάξιο λόγου. Ακριβώς το αντίθετο συμβαίνει:

Γλώσσα είναι ο προφορικός λόγος
(ή ο κινητικο-οπτικός, προκειμένου για γλώσσες κωφάλαλων).
Ο γραπτός λόγος είναι ένα προαιρετικό “ένδυμα” του προφορικού.

Αυτή η σύγχυση είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στην Ελλάδα, επειδή παραδοσιακά αποδίδουμε ιδιαίτερη σημασία στην αρχαία γλώσσα-μας, την οποία συναντούμε πλέον μόνο γραπτά και ποτέ προφορικά — εφόσον δεν υπάρχουν φυσικοί ομιλητές της αρχαίας. Το οτι όμως γλώσσα είναι ο προφορικός λόγος δεν είναι μια υποκειμενική άποψη, αλλά καταδεικνύεται αντικειμενικά από τις ακόλουθες παρατηρήσεις:

  • Ανθρώπινες γλώσσες (ομιλούμενες) υπάρχουν εδώ και δεκάδες χιλιάδες χρόνια· ίσως και εκατοντάδες χιλιάδες χρόνια — δεν είναι γνωστή η εποχή της απαρχής της ανθρώπινης ομιλίας με τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν στην προηγούμενη ενότητα. Ο γραπτός λόγος όμως είναι ένα σχετικά πολύ πρόσφατο “εύρημα”, με ηλικία το πολύ 7.000 ετών.
     

  • Υπάρχουν ακόμα και σήμερα γλώσσες που δεν έχουν γραπτή έκφραση, δηλ. είναι μόνο προφορικές. Δεν είναι γλώσσες αυτές; Όπως θα μάθουμε, δεν υπάρχουν “γλώσσες αγρίων” και “γλώσσες πολιτισμένων”. Όλες οι γλώσσες είναι πρακτικά ισοδύναμες μεταξύ-τους σε εκφραστική ικανότητα, γιατί σε τελευταία ανάλυση προέρχονται από τον εγκέφαλο του ίδιου βιολογικού είδους: του Homo sapiens, που έχει την ίδια νοητική ικανότητα είτε ζει σε σαβάννες είτε σε ουρανοξύστες. Άρα ο γραπτός λόγος μπορεί και να λείπει· ο προφορικός όμως είναι αδύνατο να λείπει σε μια ζωντανή γλώσσα (με φυσικούς ομιλητές). Όταν λείπει ο προφορικός λόγος (οι φυσικοί ομιλητές) τότε έχουμε μια “νεκρή γλώσσα”, όπως τα λατινικά ή τα αρχαία ελληνικά.
     

  • Το παράδειγμα της γραφής της τουρκικής γλώσσας είναι πολύ χαρακτηριστικό. Μέχρι το έτος 1928, η τουρκική γλώσσα γραφόταν με το αραβικό αλφάβητο. Την 1η Ιανουαρίου του 1929, η κυβέρνηση του Κεμάλ Ατατούρκ καθιέρωσε το λατινικό αλφάβητο για την τουρκική (με ορισμένα διακριτικά σημεία που εξειδικεύουν γράμματα για τους ήχους της τουρκικής). Μήπως λοιπόν “εν μιά νυκτί” άλλαξε η τουρκική γλώσσα; Όχι βέβαια. Ο χωρικός στα βάθη της Ανατολίας μιλούσε τουρκικά την 31η Δεκεμβρίου του 1928, τουρκικά και την 1η Ιανουαρίου του 1929· ποσώς τον απασχολούσε αν η κυβέρνηση της Άγκυρας άλλαξε το σύστημα γραφής — ιδίως αν ήταν αγράμματος. Δεν άλλαξε η τουρκική γλώσσα λοιπόν τότε· η γραφή, το “ένδυμά της” άλλαξε.
     

  • Τα νήπια, ενώ δεν έχουν πάει ακόμα στο σχολείο, διαθέτουν μια “γλωσσολογική μηχανή” μέσω της οποίας γίνονται φυσικοί ομιλητές (θα μάθουμε περί των ιδιοτήτων της “μηχανής” των νηπίων σύντομα). Προφανώς τα νήπια μαθαίνουν μια γλώσσα, που καμία εξάρτηση δεν έχει (ακόμα) από οποιαδήποτε γραφή-της.
     

  • Η γραφή δεν μας λέει τίποτα για την προέλευση, τις ρίζες της γλώσσας. Για παράδειγμα, οι περισσότερες γλώσσες της σλαβικής οικογένειας χρησιμοποιούν το κυριλλικό αλφάβητο (όπως η ρωσσική, η βουλγαρική, κλπ). Τα πολωνικά όμως, είναι σλαβική γλώσσα (βλ. ενότητα: “Οι γλώσσες εξελίσσονται”, παρακάτω), αλλά χρησιμοποιεί το λατινικό αλφάβητο. Αν βασιζόμασταν στη γραφή, τα πολωνικά θα είχαν ελάχιστη ή καθόλου σχέση π.χ. με τα ρωσσικά· και όμως, είναι συγγενείς γλώσσες, όπως δείχνει το λεξιλόγιό τους και πάμπολλα άλλα στοιχεία-τους. Παρόμοια, τα σερβικά γράφονται με το κυριλλικό αλφάβητο, αλλά τα κροατικά με το λατινικό· πρόκειται όμως πρακτικά για την ίδια γλώσσα, τη σερβοκροατική, που για ιστορικούς και πολιτικούς λόγους γράφεται με δύο διαφορετικά αλφάβητα.

Υπάρχει ένας τομέας της γλωσσολογίας, η φωνητική και η φωνολογία, που ασχολείται με τις ιδιότητες των ήχων του προφορικού λόγου. Όπως θα δούμε στο μάθημα Γ2, οι ιδιότητες και οι νόμοι, ιδίως της φωνολογίας, είναι υπεράνω της βούλησης των ατόμων που μιλούν τη γλώσσα· δηλαδή, όλοι οι φυσικοί ομιλητές ακολουθούν τους φωνολογικούς κανόνες χωρίς να τους σκέφτονται, είτε το θέλουν είτε όχι. Αντίθετα, οι ορθογραφικοί και οι άλλοι κανόνες του γραπτού λόγου υπόκεινται στη βούληση των ατόμων, και μπορεί κανείς να τους ακολουθεί ή όχι, ανάλογα με τις προτιμήσεις-του.

Μπορεί να σκεφτεί κανείς οτι ο προφορικός λόγος, ακόμα και αν προέρχεται από φυσικό ομιλητή, είναι γεμάτος λάθη: όταν μιλάμε συχνά κομπιάζουμε, λέμε κάτι λάθος ή και ασύντακτα, επανερχόμαστε να διορθώσουμε αυτό που είπαμε, χρησιμοποιούμε εκφράσεις και λέξεις για να κερδίσουμε χρόνο και να αποφύγουμε τα κενά (όπως «ας πούμε», «βασικά», «εντάξει;», «ρε παιδί-μου», και άλλα πολλά, ακόμα κ’ επιφωνήματα και γρυλλίσματα), κλπ. Μπορεί να υποθέσει κανείς οτι αυτό το είδος της γλώσσας δεν μπορεί να είναι αντικείμενο σοβαρής μελέτης, ούτε να διεκδικεί την έννοια “γλώσσα”, συγκρινόμενο με ένα ωραίο λογοτεχνικό κείμενο. Εντούτοις, η γλωσσολογία τυπικά δεν εξετάζει τη γλώσσα ενός μεμονωμένου ατόμου, αλλά τη μέση στατιστική συμπεριφορά ενός μεγάλου αριθμού φυσικών ομιλητών. Όταν λέμε “προφορικός λόγος” δεν εννοούμε το λόγο της Ελένης ή του Γιάννη, αλλά το μέσο όρο του τρόπου ομιλίας του Έλληνα ομιλητή (αν εξετάζουμε συγκεκριμένα την ελληνική γλώσσα). Αν το αντικείμενό μας είναι όχι μια συγκεκριμένη γλώσσα, αλλά π.χ. οι σλαβικές γλώσσες στο σύνολό τους, τότε εξετάζουμε ιδιότητες που είναι κοινές στον προφορικό λόγο του μέσου σλάβου ομιλητή. Έτσι, μέσω της στατιστικής, τα λάθη που κάνει το άτομο (κομπιάσματα, κλπ.) εξαφανίζονται από γλωσσολογική άποψη (εκτός αν θέλουμε να μελετήσουμε συγκεκριμένα αυτά τα φαινόμενα).

Βάσει των παραπάνω λοιπόν (αλλά και όσων θα μάθουμε στη συνέχεια), όταν στη γλωσσολογία λέμε “γλώσσα” εννοούμε τον προφορικό λόγο. Ο γραπτός λόγος είναι αντικείμενο μελέτης κυρίως των φιλολόγων, όχι των γλωσσολόγων.


Γλώσσα είναι αυτό που ομιλείται από τους φυσικούς ομιλητές

Μια άλλη παρανόηση, που επίσης συχνά-πυκνά παρατηρείται, όχι μόνο στη χώρα-μας αλλά παντού, και ιδίως μεταξύ των ατόμων με ανώτερη μόρφωση, είναι οτι η γλώσσα ορίζεται από τα βιβλία γραμματικής και από τα λεξικά.

Λάθος. Η γλώσσα “ορίζεται” — στατιστικά μόνο — από τους φυσικούς ομιλητές που την ομιλούν. Τα βιβλία γραμματικής μπορούν να δίνουν κάποιους κανόνες, όταν όμως οι φυσικοί ομιλητές συστηματικά δεν ακολουθούν τους κανόνες αυτούς (για να το πούμε λίγο παραστατικά, όταν “τους γράφουν στα παλιά-τους τα παπούτσια”), τότε οι κανόνες δεν ισχύουν, είναι “νεκρό γράμμα”. Ας δούμε ένα παράδειγμα:

  • Ο άντρας από την Αγγλία λέγεται Άγγλος, ενώ η γυναίκα από την Αγγλία λέγεται Αγγλίδα.

  • Ο άντρας από την Αραβία λέγεται Άραβας, ενώ η γυναίκα από την Αραβία λέγεται... Μα πώς λέγεται, αλήθεια;

Αν ψάξουμε τα βιβλία της γραμματικής, μπορούμε να βρούμε την απάντηση: η γυναίκα από την Αραβία “κανονικά” (δηλ. σύμφωνα με τους γραμματικούς κανόνες) θα έπρεπε να λέγεται... Άραβας! Κανείς όμως δεν το λέει αυτό, και αν πει κανείς κάτι τέτοιο, όσοι το ακούσουν θα γυρίσουν και θα κοιτάξουν τον ομιλητή παράξενα. Σύμφωνα με τα βιβλία, το “Άραβας” είναι διγενές και μονοκατάληκτο (“ο/η Άραβας”: έχει δύο γένη και μία και μοναδική κατάληξη, το -ας, προερχόμενο από το αρχαιότερο “ο/η Άραψ”), άρα η γυναίκα από την Αραβία λέγεται όπως ακριβώς και ο άντρας από την ίδια περιοχή του κόσμου. Τί συμβαίνει όμως, γιατί το «Άραβας» προκειμένου για γυναίκα μας ακούγεται παράξενο;

Αυτό που συμβαίνει είναι οτι ο τύπος «Άραβας» προκειμένου για γυναίκα δεν χρησιμοποιείται ποτέ. Για πολιτισμικούς λόγους, ο Έλληνας δεν χρειάστηκε πρακτικά ποτέ (τουλάχιστο μέχρι τις αρχές του 21ου αιώνα) να αναφερθεί σε γυναίκες από την Αραβία. Οι γυναίκες αυτές ήσαν (και είναι) υπό την αυστηρή “επιτήρηση” των ανδρών Αράβων, κλεισμένες στα σπίτια-τους, και δεν βγαίνουν ούτε στις γειτονιές της Αραβίας χωρίς τη συνοδεία ανδρών — πόσω μάλλον να ταξιδέψουν σε μια χώρα του εξωτερικού όπως η Ελλάδα. Για τη δική-μας γλώσσα, οι γυναίκες αυτές είναι σαν να μην υπάρχουν. Παρόλο λοιπόν που τα βιβλία δίνουν έναν τύπο σύμφωνα με τους κανόνες, ο τύπος αυτός για την ομιλούμενη γλώσσα δεν υπάρχει — απόδειξη οι λοξές ματιές προς όποιον τολμήσει να τον χρησιμοποιήσει. Και όμως, δεν συμβαίνει οτι ο φυσικός ομιλητής δεν είναι εξοικειωμένος με τύπους ονομάτων θηλυκού γένους σε -ας, γιατί υπάρχει π.χ. ο τύπος “ο/η μιγάς”, όπου η φράση “η μιγάς από τη Βραζιλία” ακούγεται φυσιολογική στην πλειοψηφία των ομιλητών· επίσης υπάρχουν τα “η ταμίας”, “η λοχίας”, κ.ά., που ακούγονται φυσιολογικά επειδή λέγονται. Μόνο το “η Άραβας” είναι που προκαλεί “γλωσσική αναστάτωση”, επειδή δεν λέγεται.

Το προηγούμενο είναι ένα παράδειγμα “γλωσσικής οπής”, δηλαδή κάτι το οποίο δεν υπάρχει στη γλώσσα, και μας δείχνει οτι όταν μιλάμε δεν έχουμε “γραμματικούς κανόνες” στο κεφάλι-μας που μας τους υπαγορεύουν τα βιβλία, αλλά μια ζωντανή γλώσσα που υπακούει σε στατιστικούς νόμους. Αν το «Άραβας» για γυναίκα είναι στατιστικά απίθανο, ή δεν εμφανίζεται καθόλου, τότε η λέξη αυτή δεν υπάρχει. Η επίδραση της στατιστικής είναι ολοφάνερη από τα προηγούμενα παραδείγματα: ενώ δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με τους τύπους “ο ταμίας / η ταμίας”, καθώς το ρόλο του ταμία έχουν άλλοτε άντρες και άλλοτε γυναίκες, ούτε επίσης με τους τύπους “ο μιγάς / η μιγάς”, καθώς άνθρωποι από ένωση λευκών και μαύρων είναι 50% άντρες και 50% γυναίκες, εντούτοις έχουμε μεγάλο πρόβλημα με τον θηλυκό τύπο του “ψαράς”. Επειδή παραδοσιακά το επάγγελμα αυτό είναι ανδροκρατούμενο, και στατιστικά είναι πολύ απίθανο να συναντήσουμε γυναίκα που να ασχολείται με την αλιεία, ο τύπος “η ψαράς” ακούγεται τόσο παράξενος όσο το “η Άραβας”.

Υπάρχουν και πολλά παραδείγματα όπου τα βιβλία γραμματικής καθορίζουν έναν τύπο, οι ομιλητές όμως λένε έναν άλλον. Π.χ.: το ρήμα “επιλέγω”, στην προστακτική αορίστου θα έπρεπε να είναι “επίλεξε!”· οι περισσότεροι Έλληνες όμως λένε “επέλεξε!”. Σύμφωνα με τα βιβλία, η αύξηση του αορίστου (το έ-) υπάρχει μόνο στην οριστική έγκλιση (π.χ.: έδωσα), ενώ δεν υπάρχει ούτε στην προστακτική (“δώσε!”), ούτε στην υποτακτική (“να δώσω”). Σε ρήματα όπως το “επιλέγω”, που αποτελούνται από πρόθεση (“επί-”) + βασικό ρήμα (“λέγω”), η αύξηση του αορίστου μπαίνει μεταξύ πρόθεσης και βασικού ρήματος, οπότε η οριστική αορίστου είναι “επέλεξα”· στην υποτακτική και προστακτική όμως δεν μπαίνει αύξηση, οπότε η υποτακτική είναι “να επιλέξω” (και όντως έτσι λέγεται), ενώ η προστακτική θα έπρεπε να είναι “επίλεξε!”, αλλά λέγεται “επέλεξε!” — λανθασμένα κατά τα βιβλία. Ποιο είναι το “σωστό”;

Περιγραφική και όχι ρυθμιστική γλωσσολογία

Σύμφωνα με τη μοντέρνα γλωσσολογική άποψη, το σωστό είναι αυτό που λέγεται από την πλειοψηφία των φυσικών ομιλητών, ακόμη κι αν είναι αντίθετο από αυτό που καθορίζουν τα βιβλία. Δηλαδή η γλώσσα είναι αυτό που ομιλούν οι φυσικοί ομιλητές, όχι αυτό που αποφασίζουν οι γλωσσολόγοι από τις πολυθρόνες-τους. Οι τελευταίοι πρέπει να περιγράφουν τη γλώσσα, όχι να τη ρυθμίζουν βάσει διαταγμάτων και συνταγών. Αυτή η γλωσσολογική στάση λέγεται “περιγραφική” (αγγλ.: descriptive), και αντιτίθεται στην παλαιότερη “ρυθμιστική” στάση (αγγλ.: prescriptive). Η περιγραφική στάση είναι πιο συμβατή με την άποψη που θέλει τον επιστήμονα να παρατηρεί χωρίς να αλλοιώνει το αντικείμενο της παρατήρησής του. Όπως ο ανθρωπολόγος δεν επεμβαίνει ώστε ν’ αλλάξει τα ήθη και έθιμα των κοινωνιών που παρατηρεί· όπως ο ζωολόγος δεν επεμβαίνει ώστε να “σώσει” την αντιλόπη από το λιοντάρι· το ίδιο και ο γλωσσολόγος, δεν επεμβαίνει ώστε να “διορθώσει” όσα κατά τη γνώμη-του κακώς λέγονται. Αυτό είναι δουλειά του φιλόλογου. Ο γλωσσολόγος που εκδίδει συνταγές και “φιρμάνια” για το πώς θα έπρεπε να είναι η γλώσσα δεν δρα σαν απλός παρατηρητής αλλά σαν “έχων εξουσία”, που την ασκεί κιόλας — πράγμα εντελώς αντιεπιστημονικό.

Βέβαια όταν ένα βιβλίο γραμματικής (ή ακόμα και η παρούσα ιστοσελίδα) γράφει οτι το “επέλεξε!” της προστακτικής αορίστου είναι λάθος, και οτι το σωστό είναι “επίλεξε!”, αυτό μπορεί να έχει επίδραση στους φυσικούς ομιλητές σε βάθος χρόνου. Οι ομιλητές μπορεί να διαβάσουν το εν λόγω θέμα, να δεχτούν την εξήγηση του για ποιο λόγο αυτό που λένε είναι “λάθος”, και ν’ αλλάξουν ενσυνείδητα τον τρόπο ομιλίας-τους στο μέλλον. Έτσι, τα βιβλία γραμματικής μπορεί να επιφέρουν αλλαγή στη γλώσσα μέσα σε κάποιο χρονικό διάστημα. Αυτό όμως είναι υπόθεση της φιλολογίας, όχι της επιστήμης της (περιγραφικής) γλωσσολογίας.

Καθαρεύουσα έναντι δημοτικής στην ελληνική γλώσσα

Ένα πολύ χαρακτηριστικό παράδειγμα της αρχής οτι “γλώσσα είναι αυτό που μιλούν οι φυσικοί ομιλητές”, και οικείο σ’ εμάς τους Έλληνες, είναι η “μάχη” της δημοτικής με την καθαρεύουσα, και η τελική επικράτηση της πρώτης το 1976 (με υπουργική απόφαση του τότε υπουργού Παιδείας Γ. Ράλλη). Η δημοτική δεν επικράτησε επειδή τελικά “νίκησαν” όσοι την υποστήριζαν και “έχασαν” οι άλλοι, αλλά επειδή αυτή είναι η γλώσσα που ομιλείται από τους φυσικούς ομιλητές της ελληνικής — ακόμη κι από τους υποστηρικτές της καθαρεύουσας, όποτε οι τελευταίοι μιλούσαν σαν φυσιολογικοί άνθρωποι: στα παιδιά-τους, στην οικογένειά τους, και στους φίλους-τους. Τελικά η καθαρεύουσα απέμεινε σαν γραφή μόνο, σε εκκλησιαστικά κείμενα, σε μια μικρής κυκλοφορίας εφημερίδα, και σε παλιά λογοτεχνικά αναγνώσματα. Κανείς δεν μιλάει την καθαρεύουσα σαν φυσικός ομιλητής, ούτε και τη μιλούσε ποτέ, γιαυτό και τελικά “παρέδωσε το πνεύμα”. Στην επόμενη ενότητα θα εξηγήσουμε τον όρο “φυσικός ομιλητής” και θα δούμε τη θεμελιώδη διαφορά μεταξύ αυτού και ενός άλλου (μη φυσικού) ομιλητή μιας γλώσσας.


Διαφορά φυσικού από μη φυσικό ομιλητή

Όλοι γνωρίζουμε οτι ένα παιδί που θα μεγαλώσει σε έναν τόπο, από τη νηπιακή μέχρι περίπου την πρώιμη εφηβική ηλικία, θα αποκτήσει την ικανότητα να μιλάει τη γλώσσα του τόπου εκείνου σαν φυσικός ομιλητής. Ένα παιδί που γεννήθηκε π.χ. στην Ουγκάντα αλλά έφυγε μερικούς μήνες μετά τη γέννησή του μαζί με τους γονείς-του και έζησε μόνιμα π.χ. στη Ελλάδα μέχρι την εφηβική-του ηλικία, θα γίνει φυσικός ομιλητής της Ελληνικής· δηλαδή αν κάποιος τον/την ακούσει για πρώτη φορά να μιλάει στο τηλέφωνο, δεν θα μπορέσει να καταλάβει οτι το άτομο αυτό γεννήθηκε εκτός Ελλάδας και από αλλοδαπούς γονείς. Πώς γίνεται αυτό;


Ο Noam Chomsky, το 2009

Το είδος-μας έχει εξελιχθεί έτσι ώστε ο εγκέφαλος των νηπίων να είναι έτοιμος να δεχτεί μια, κάποια γλώσσα. Η ιδέα αυτή προτάθηκε από τον θεωρούμενο σήμερα “πατέρα της γλωσσολογίας”, Αμερικανό γλωσσολόγο Noam Chomsky (*) (Νόουμ Τσόμσκι, 1928 – ). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Τσόμσκι, ο εγκέφαλος του νεογέννητου περιλαμβάνει μια “γενική γλωσσολογική μηχανή”· γενική, με την έννοια οτι μπορεί να μάθει και να εξειδικευτεί (δηλ. να κάνει το άτομο “φυσικό ομιλητή”) σε οποιαδήποτε συγκεκριμένη γλώσσα. Είναι σαν η γενική αυτή μηχανή να έχει κάποιες παραμέτρους, οπότε όταν το άτομο έρχεται σε επαφή με το γλωσσικό περιβάλλον του τόπου-του, τότε είναι σαν να του λέει το περιβάλλον: «Βάλε την τιμή [τάδε] στην παράμετρο αυτή, γιατί εδώ που είμαστε αυτήν την τιμή έχει η δοσμένη παράμετρος στην τοπική γλώσσα.» Παράδειγμα: Στα ελληνικά τα επίθετα μπαίνουν πριν από τα ουσιαστικά που προσδιορίζουν· κανονικά π.χ. λέμε: «κόκκινο καπέλο»· το ίδιο και στα αγγλικά: red hat. Στα ιταλικά και στα ισπανικά όμως, τα επίθετα έπονται των ουσιαστικών που προσδιορίζουν (ιταλ.: cappello rosso, και ισπ.: sombrero rojo). Το αν τα επίθετα μπαίνουν πριν ή μετά τα ουσιαστικά μοιάζει σαν να είναι μια παράμετρος, την οποία το νεογέννητο έχει “ανοιχτή” για να δεχτεί είτε την τιμή “πριν”, είτε την τιμή “μετά”. Μεγαλώνοντας στην Ελλάδα, το νήπιο μαθαίνει κάποια στιγμή οτι η σωστή τιμή στην τοπική γλώσσα είναι το “πριν”, ενώ μεγαλώνοντας στην Ιταλία μαθαίνει οτι η σωστή τιμή είναι το “μετά”.

Εννοείται οτι αυτό το πράγμα δεν το μαθαίνει το νήπιο ενσυνείδητα. Το νήπιο δεν έχει ιδέα για το τί συμβαίνει στη γλωσσολογική μηχανή του εγκεφάλου-του, ούτε καν γνωρίζει οτι διαθέτει μια τέτοια μηχανή· απλώς μαθαίνει τη γλώσσα. Όσοι το ακούν να μιλάει, διαπιστώνουν απλώς οτι μιλάει τη γλώσσα σωστά, χωρίς όμως κ’ εκείνοι να σκέφτονται ενσυνείδητα οτι «το παιδί έμαθε να βάζει τα επίθετα πριν/μετά από τα ουσιαστικά» (εκτός κι αν είναι γλωσσολόγοι, και τύχει να κάνουν αυτήν την παρατήρηση). Παρόμοια με τη σειρά ουσιαστικών και επιθέτων, υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός άλλων παραμέτρων που εξειδικεύουν την αρχική “γενική γλώσσα” (αγγλ.: universal language), και τη μετατρέπουν σε συγκεκριμένη, αυτήν που ονομάζουμε “φυσική”, ή και “μητρική” (αλλά που δεν είναι υποχρεωτικά η γλώσσα της μητέρας, αλλά του περιβάλλοντος· αγγλ.: native language).

Οι παράμετροι αυτές συνεχίζουν να παίρνουν συγκεκριμένες τιμές μέχρι τα πρώτα σχολικά χρόνια, εξειδικεύοντας τη γενική γλώσσα του νήπιου και κάνοντάς την όλο και περισσότερο φυσική, ίδια δηλαδή με τη γλώσσα που ομιλείται τοπικά. Η ικανότητα για προσαρμογή του εγκεφάλου όμως δεν χάνεται κατά τη νηπιακή, αλλά διατηρείται μέχρι την εφηβική ηλικία (πάντως βαίνει διαρκώς μειούμενη). Έτσι, αν το παιδί εκτεθεί και σε δεύτερη γλώσσα από φυσικούς ομιλητές, μπορεί να γίνει ομιλητής και εκείνης της γλώσσας, δηλαδή δίγλωσσος, ή — σε σπάνιες περιπτώσεις — και τρίγλωσσος, κλπ. (Δεν έχει διαπιστωθεί κάποιο όριο στον αριθμό γλωσσών τις οποίες μπορεί να μάθει σαν φυσικές ο ανθρώπινος εγκέφαλος.) Όταν όμως εδώ λέμε “δίγλωσσος ομιλητής”, ή πιο γενικά “πολύγλωσσος”, πρέπει να γίνει κατανοητό οτι εννοούμε τον έχοντα γνώση των γλωσσών αυτών με φυσικό τρόπο, όχι το να έχει αποκτήσει τη γνώση-τους σε μετέπειτα στάδια της ζωής-του.

Όσο πιο πολύ προσαρμοστεί ο εγκέφαλος του ομιλητή με φυσικό τρόπο σε κάποια γλώσσα, τόσο πιο δύσκολο είναι για τον ομιλητή αυτόν ν’ αντιληφθεί τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά άλλων γλωσσών τα οποία δεν ανήκουν στη δική-του γλώσσα. Παραδείγματος χάρη: στην Ιαπωνική γλώσσα δεν υπάρχουν ξεχωριστά σύμφωνα για το /ρ/ και το /λ/ (όταν βάζουμε σύμβολα μεταξύ δύο πλάγιων γραμμών, έτσι: /α/, εννοούμε τον ήχο που παριστάνεται, όχι το γράμμα)· υπάρχει μόνο ένας ενδιάμεσος ήχος, κάτι μεταξύ /ρ/ και /λ/. Ο Ιάπωνας που ακούει τον ομιλητή της ελληνικής, δεν μπορεί να ακούσει τη διαφορά μεταξύ /ρ/ και /λ/, επομένως οι λέξεις “λύση” και “ρήση” του ακούγονται πανομοιότυπες· το ίδιο και οι λέξεις “κελλί” και “κερί”· έτσι, ο Ιάπωνας που μαθαίνει ελληνικά μπορεί να πει “κελλί” νομίζοντας οτι προφέρει “κερί”, ή αντιστρόφως. Αντίστοιχα, ο Έλληνας που μαθαίνει αγγλικά σε μετεφηβική ηλικία και έχει γίνει ήδη φυσικός ομιλητής της ελληνικής (ή απλά και το παιδί που μαθαίνει αγγλικά αλλά όχι από Άγγλους φυσικούς ομιλητές, αλλά από Έλληνες καθηγητές που προφέρουν τα αγγλικά όπως και τα ελληνικά), δεν μπορεί ν’ ακούσει τις διαφορές των αγγλικών φωνηέντων. Έτσι, στον Έλληνα οι αγγλικές λέξεις “leap” και “lip” ακούγονται ίδιες, δηλ. σαν /λιπ/· το ίδιο και με τις λέξεις “bean” και “bin” (ακούγονται σαν /μπιν/), ή τις “jean” και “gin” (ακούγονται σαν /τζιν/), κλπ. Στον ομιλητή της αγγλικής όμως ακούγονται εντελώς διαφορετικές. Στην αγγλική γλώσσα υπάρχουν περί τα 20–21 φωνήεντα (αναλόγως του πώς τα μετράει κανείς), αλλά το “αυτί” του Έλληνα ομιλητή (δηλ. ο ακουστικός φλοιός του εγκεφάλου-του) τα μετατρέπει στα οικεία-του 5 (/α/, /ε/, /ι/, /ο/, /ου/), γιατί σ’ αυτά έχει προσαρμοστεί. Η ανικανότητα του ν’ “ακούει” κανείς τη διαφορετικότητα της άλλης γλώσσας επεκτείνεται πέραν των ήχων (δηλ. πέρα από τη φωνολογία, όπως μαθαίνουμε στο μάθημα Γ2). Π.χ. ο Έλληνας δεν μπορεί να “πιάσει” το γεγονός οτι το συντακτικό της αγγλικής είναι άκαμπτο. Δηλαδή, ενώ στα ελληνικά μπορούμε να πούμε «έφτασε ο Γιάννης», στα αγγλικά δεν επιτρέπεται να πούμε *“arrived John”. (Το αστεράκι * πριν από μια φράση στη γλωσσολογία σημαίνει οτι η φράση αυτή είναι λάθος, δεν λέγεται έτσι.) Βέβαια όποιος μαθαίνει αγγλικά για πολλά χρόνια, κάποτε καταλαβαίνει οτι φράσεις όπως το *“arrived John” είναι ασύντακτες στην αγγλική, όμως αυτή η διαπίστωση έρχεται μετά από πολλή προσπάθεια και τριβή με τη γλώσσα για τον μη φυσικό ομιλητή· αντίθετα, το νήπιο που μαθαίνει αγγλικά ακούγοντας φυσικούς ομιλητές της αγγλικής μαθαίνει αμέσως τις παραμέτρους εκείνες που δεν επιτρέπουν τη λανθασμένη σύνταξη στη γλώσσα.

Από τα παραπάνω συμπεραίνει κανείς οτι μια “δεύτερη γλώσσα” μαθαίνεται καλύτερα σε πολύ νεαρή ηλικία (όσο νωρίτερα τόσο καλύτερα), και κυρίως, ακούγοντας φυσικούς ομιλητές της γλώσσας εκείνης, όχι μη φυσικούς οι οποίοι κάνουν λάθη (ιδίως προφοράς) τα οποία δεν αντιλαμβάνονται οι ίδιοι. Στο μάθημα Γ2, τα περί εκμάθησης της φυσικής προφοράς εξετάζονται λεπτομερέστερα.

Κρίσιμη περίοδος (ή “παράθυρο”) απόκτησης γλώσσας

Τί γίνεται αν ο άνθρωπος δεν έρθει σε επαφή με οποιαδήποτε γλώσσα, από τη γέννηση μέχρι την εφηβική ηλικία; Δυστυχώς τέτοιες σπάνιες και λυπηρές περιπτώσεις έχουν παρατηρηθεί, και το αποτέλεσμα είναι οτι ο άνθρωπος αδυνατεί να αποκτήσει φυσική γνώση κάποιας γλώσσας σε μεταγενέστερο στάδιο. Υπάρχει ένα “παράθυρο”, δηλαδή μια κρίσιμη περίοδος, που βρίσκεται στα πρώιμα στάδια της ανθρώπινης ζωής, όπου το άτομο πρέπει να εκτεθεί σε γλωσσικό περιβάλλον, αλλιώς χάνει σταδιακά την ικανότητα να γίνει φυσικός ομιλητής κάποιας γλώσσας. Το γλωσσικό όργανο του εγκεφάλου εξασθενεί μετά την εφηβική ηλικία. Οι παρατηρήσεις που έχουν γίνει ήσαν πάντοντε συμπτωματικές, καθώς για ηθικούς λόγους είναι φυσικά ανεπίτρεπτο να απομονωθεί ένας άνθρωπος από την κοινωνία-του με τεχνητά μέσα για να γίνουν εργαστηριακές παρατηρήσεις. Έχει συμβεί όμως να παρατηρηθούν περιπτώσεις ανθρώπων που μεγάλωσαν σε απομόνωση, π.χ. μέσα στη ζούγκλα.

Υπάρχει το παράδειγμα της Ροτσόμ Π’νιενγκ (Rochom Pngieng), που βρέθηκε σε ημιάγρια κατάσταση στην Καμπότζη, στις 13 Ιανουαρίου του 2007. Η Ροτσόμ είχε χαθεί σε ηλικία 8 ετών μαζί με την αδελφή-της (η οποία δεν βρέθηκε ποτέ) στην Καμποτζιανή ζούγκλα, ενώ οι δυο-τους βοηθούσαν στη βοσκή Ασιατικών βοδιών. Βρέθηκε σε ηλικία 27 ετών (19 χρόνια αργότερα) από έναν αγρότη, καθώς ο τελευταίος είχε παρατηρήσει οτι κάποιος του έκλεβε τροφή. Έτσι έστησε ενέδρα και έπιασε τη Ροτσόμ, η οποία ήταν εντελώς γυμνή, και δεν μπορούσε να μιλήσει καμιά γλώσσα. Κάποιος που δήλωσε πατέρας-της την αναγνώρισε, εξαιτίας μιας ουλής που έχει στο χέρι. Μέχρι τον Ιούνιο του 2010, η Ροτσόμ έχει δραπετεύσει στη ζούγλα, κι έχει ξαναεπιστρέψει στο σπίτι των υποτιθέμενων γονιών-της αρκετές φορές,

κάποιες μάλιστα σε κακή κατάσταση. Συχνά προσπαθεί να απαλλαγεί από τα ρούχα που της φοράνε, και το πιο σημαντικό για το θέμα-μας είναι οτι δεν έχει μπορέσει να μάθει παρά μόνο μερικές λέξεις της γλώσσας του περιβάλλοντός της (περίπου 40· όταν την πρωτοβρήκανε, το 2007, μπορούσε να πει μόνο τρεις λέξεις).

Ιστορίες σαν της Ροτσόμ έχουν περιγραφεί αρκετές φορές. Ο αναγνώστης μπορεί να ψάξει και να βρει πληροφορίες για τις αδελφές Καμάλα και Αμάλα που είχαν βρεθεί στη βόρεια Ινδία το 1920 και είχαν ανατραφεί από λύκους,(*) όπως και άλλες περιπτώσεις. Πάντοτε όταν το άτομο έχει φύγει από το κοινωνικό περιβάλλον σε νηπιακή ηλικία και επανεντάσσεται σ’ αυτό μετά από αρκετά χρόνια, αδυνατεί να μάθει τη γλώσσα του περιβάλλοντός του σαν φυσικός ομιλητής. Όταν το “παράθυρο” της δυνατότητας φύγει και περάσει για πάντα, χάνεται μαζί-του και η ικανότητα φυσικής μάθησης μιας γλώσσας.

Πίτζιν και κρεολές γλώσσες

Όταν άνθρωποι από διάφορα μέρη του κόσμου έρχονται να κατοικήσουν σ’ ένα νέο τόπο, και έχουν οικονομικά κίνητρα που τους κάνουν να προσπαθούν να επικοινωνήσουν μεταξύ-τους, τότε συνήθως δημιουργούν τις λεγόμενες πίτζιν (pidgin) γλώσσες. Αυτό έχει συμβεί π.χ. σε νησιά της Καραϊβικής και του Ειρηνικού Ωκεανού, όπου ναυτικοί εγκαταστάθηκαν και έγιναν έμποροι. Μια πίτζιν γλώσσα έχει συνήθως σαν βάση μια άλλη, κυρίαρχη γλώσσα, που λέγεται “γλώσσα υπερστρώματος” (και στον καιρό-μας συνήθως είναι η αγγλική), ενώ δέχεται επιδράσεις από άλλες γλώσσες, τις “γλώσσες υποστρώματος”. Ορίστε ένα παράδειγμα φράσης από γλώσσα πίτζιν, από τα Νησιά του Σολομώντος:

φράση πίτζιν: mi no lukim pikipiki bulong iu
αγγλική βάση: me not look pig belong you
ελληνική μετάφραση: εγώ δεν είδα γουρούνι(α) ανήκει εσένα
ελεύθερη μετάφραση: δεν είδα το γουρούνι (ή τα γουρούνια)-σου

Παλιότερα οι γλωσσολόγοι θεωρούσαν οτι από τις γλώσσες αυτές λείπουν τα περισσότερα χαρακτηριστικά που κάνουν ένα μέσο επικοινωνίας πραγματική γλώσσα. Εντούτοις αυτό δεν είναι σωστό. Οι πίτζιν γλώσσες έχουν κάποιες δικές-τους γλωσσικές ιδιότητες. Π.χ. στο παραπάνω παράδειγμα, το κυρίως ρήμα lookim (είδα) έχει μια κατάληξη, το -im, που δηλώνει οτι αυτό είναι ένα μεταβατικό ρήμα, δηλαδή έχει άμεσο αντικείμενο (τί είδα; το γουρούνι-σου). Δεν έχουν όμως οι γλώσσες αυτές όλα τα χαρακτηριστικά που έχει μια κανονική γλώσσα που ομιλείται από φυσικούς ομιλητές. Ας μη μας διαφεύγει το γεγονός οτι οι πίτζιν είναι γλώσσες μη φυσικών ομιλητών.

Αυτοί όμως οι μη φυσικοί ομιλητές, που ήρθαν και συναντήθηκαν περιστασιακά σε έναν τόπο, κάποτε κάνουν παιδιά, τα οποία φυσικά διαθέτουν τη νηπιακή γλωσσολογική μηχανή σε πλήρη ετοιμότητα (μηχανή που έχει χάσει τη λειτουργική-της ικανότητα στους γονείς των παιδιών). Τα παιδιά αυτά ακούν τους γονείς να μιλούν όχι μια κανονική φυσική γλώσσα, αλλά μια γλώσσα πίτζιν, ή μια ακόμα λιγότερο δομημένη μορφή επικοινωνίας, που λέγεται αργκό. Πώς θα αντιδράσει η γλωσσολογική μηχανή των νηπίων σε μια τέτοια κατάσταση;

Το εκπληκτικό είναι οτι τα νήπια τότε δημιουργούν μια πραγματική γλώσσα, που λέγεται “κρεολή”, την οποία μιλούν σαν φυσικοί. Δηλαδή τα νήπια διορθώνουν τις ατέλειες της πίτζιν γλώσσας των γονιών-τους, ή της ακόμα πιο ατελούς αργκό, εισάγοντας γραμματικά στοιχεία που δεν υπήρχαν. (Φυσικά δεν εισάγει το κάθε νήπιο τα δικά-του γραμματικά στοιχεία, αλλά αυτό γίνεται σαν συνισταμένη της επικοινωνίας που κάνουν τα νήπια μεταξύ-τους, μέσα στο παιχνίδι-τους.) Έτσι έχουν δημιουργηθεί κρεολές γλώσσες όπως της Χαβάης, της Αϊτής, των Στενών του Τόρρες, κ.ά. Πολύ σημαντικό είναι το οτι κρεολές γλώσσες που έχουν δημιουργηθεί σε τελείως διαφορετικά μέρη του κόσμου, και από ομιλητές με τελείως διαφορετικά εθνοτικά υπόβαθρα, εισάγουν τα ίδια γραμματικά στοιχεία (π.χ., κλίση ρημάτων με ίδιους χρόνους, ίδιες εγκλίσεις, κλπ). Κάποιοι γλωσσολόγοι (π.χ. ο Derek Bickerton) το εξηγούν αυτό λέγοντας οτι ο ανθρώπινος εγκέφαλος έρχεται στον κόσμο προγραμματισμένος ώστε, σε απουσία κανονικής φυσικής γλώσσας, να σχεδιάσει μια γλώσσα με τα χαρακτηριστικά των κρεολών· αν όμως υπάρχει ήδη φυσική ομιλούμενη γλώσσα στο περιβάλλον, τότε ο εγκέφαλος προσαρμόζεται σ’ εκείνην.(*) Αυτήν την άποψη πάντως δεν τη συμμερίζονται όλοι οι γλωσσολόγοι.

Οπτικο-κινητικές γλώσσες

Όσα είδαμε μέχρι το σημείο αυτό, ισχύουν οχι μόνο σε προφορικές γλώσσες, αλλά και σε οπτικο-κινητικές, όπως αυτές των κωφάλαλων. Π.χ. τα περί πίτζιν και κρεολών ισχύουν ως εξής: συμβαίνει κάποτε ένας γονέας να χάσει την ακοή-του και να μάθει μια οπτικο-κινητική γλώσσα για κωφάλαλους μαζί με τον/τη σύντροφό του, ώστε να συνεννοούνται καλύτερα μεταξύ-τους. Οι γονείς βέβαια μαθαίνουν τη γλώσσα αυτή σαν μη φυσικοί ομιλητές, επειδή έχουν περάσει την εφηβική ηλικία. Τα παιδιά-τους όμως που τυχαίνει να είναι σε νεαρή ηλικία, μαθαίνουν την οπτικο-κινητική γλώσσα των γονιών-τους σαν φυσικοί ομιλητές, διορθώνοντας τους γονείς στον τρόπο με τον οποίο πρέπει να γίνονται οι κινήσεις εκείνης της γλώσσας, παρόλο που κανείς δεν διδάσκει στα παιδιά το σωστό τρόπο. Με άλλα λόγια, η γλωσσολογική μηχανή των νηπίων είναι τόσο γενική που μπορεί να προσαρμόζεται όχι μόνο σε ακουστικά, αλλά και σε οπτικο-κινητικά δεδομένα. Οι γλώσσες των κωφάλαλων έχουν τις ίδιες ιδιότητες όπως και οι κοινές (ακουστικές) γλώσσες, δηλ. γραμματική, συντακτικό, κλπ., και δεν υπολείπονται από τις τελευταίες σε τίποτα· απλώς χρησιμοποιούν σαν μέσο επικοινωνίας την όραση αντί για την ακοή.


“Ισότητα” μεταξύ διαλέκτων και γλωσσών

Γιατί τα Ρουμελιώτικα (π.χ.) είναι τόσο “σωστά” όσο και τα “Αθηναϊκά” ελληνικά

Στη χώρα-μας, όπως και σε πολλές άλλες χώρες του κόσμου, υπάρχει μια κατά σύμβαση “στάνταρ” διάλεκτος: είναι τα ελληνικά που μιλούν οι εκφωνητές της τηλεόρασης (οι οποίοι μάλιστα υπερβάλλουν στον τρόπο με τον οποίο προφέρουν τα φωνήεντα), όπως και ο μέσος κάτοικος της Αθήνας και ορισμένων άλλων πόλεων, κυρίως της Πελοποννήσου. Η διάλεκτος αυτή λέγεται “κοινόλεκτος”, επειδή γίνεται κατανοητή από όλους τους ομιλητές της ελληνικής. Από την άλλη, γνωρίζουμε οτι υπάρχουν διάφορες άλλες διάλεκτοι στην Ελλάδα, όπως π.χ. τα Ρουμελιώτικα και τα Θεσσαλικά, με την ιδιάζουσα προφορά που μετατρέπει τα άτονα /ε/ σε /ι/, τα άτονα /ο/ σε /ου/, και “κόβει” ορισμένα από αυτά. Π.χ., ο Ρουμελιώτης θα πει:

του πιδί σ’κώθ’κι κι πήγι κάτ’ στου πιρ’βουλάκ’
(“Αθηναϊκά”: το παιδί σηκώθηκε και πήγε κάτω στο περιβολάκι)

Επίσης ο Μακεδόνας θα πει:

νά σε πω, παιδί-μου, κάνε-με μισό κιλό κιμά! (*)
(“Αθηναϊκά”: νά σου πω, παιδί-μου, κάνε-μου μισό κιλό κιμά!)

Συχνά συμβαίνει οι τοπικές διάλεκτοι να θεωρούνται “μη σωστές” από ορισμένους, ιδίως τους ομιλητές των “Αθηναϊκών ελληνικών”· ή ακόμα και “παρεφθαρμένα ελληνικά” από άλλους. Αυτό είναι τελείως λάθος. Από γλωσσολογική άποψη, τα Ρουμελιώτικα, τα Κρητικά, τα Κυπριακά, και κάθε ελληνική διάλεκτος, είναι τόσο σωστή όσο και η κοινόλεκτος, δηλαδή τα λεγόμενα “Αθηναϊκά” (ή Πελοποννησιακά) ελληνικά. Κάθε διάλεκτος, συμπεριλαμβανομένης και της κοινολέκτου, υπακούει σε κάποιους γλωσσολογικούς κανόνες, κι αυτό είναι όλο. Οι κανόνες διαφέρουν από διάλεκτο σε διάλεκτο, αλλά δεν υπάρχουν “καλοί” και “κακοί” κανόνες. Υπάρχουν μόνο κοινωνικοί λόγοι που ωθούν κάποιους στο να πιστεύουν οτι τα ελληνικά που μιλούν είναι τάχα “τα σωστά”, και οτι των άλλων είναι “παρεφθαρμένα”. Καμία διάλεκτος δεν μπορεί να διεκδικήσει αντικειμενικά την ορθότητα απέναντι στις άλλες. Η γλωσσολογία είναι μια επιστήμη (βλ. μάθημα Ε1 για το τί σημαίνει αυτό), επομένως οφείλει να βλέπει αντικειμενικά τις διαλέκτους μιας γλώσσας· άρα δεν μπορεί να εκχωρήσει “πρωτεία” σε καμιά διάλεκτο.

Δεν υπάρχουν “γλώσσες αγρίων”

Όπως η κοινόλεκτος θεωρείται λανθασμένα “η σωστή” και οι διάφορες διάλεκτοι μιας γλώσσας “λάθος”, αντίστοιχη παρανόηση υπάρχει και σε υψηλότερο επίπεδο. Συχνά, ιδίως όσοι συμμερίζονται το Δυτικό πολιτισμό, νομίζουν οτι οι γλώσσες που μιλούν είναι οι “πολιτισμένες”, ενώ άνθρωποι της υποσαχάριας Αφρικής, των δασών του Αμαζονίου, ή των νησιών του Ειρηνικού, σαν “άγριοι” που είναι, μιλούν επίσης “γλώσσες αγρίων”, ημι-γλώσσες, “της λίθινης εποχής”. Και όμως, δεν υπάρχουν ημι-γλώσσες, ή γλώσσες αγρίων. Ενώ τεχνολογικά οι πολιτισμοί μπορεί να διαφέρουν πολύ, ώστε ο “άγριος” να χρησιμοποιεί σαν φούρνο μια τρύπα στο χώμα, ενώ ο “πολιτισμένος” το φούρνο μικροκυμάτων, εντούτοις γλωσσολογικά δεν υπάρχουν τέτοιες διακρίσεις. Σαν παράδειγμα, ας δούμε το εξής: στην ελληνική γλώσσα έχουμε έναν και μοναδικό τύπο προσωπικής αντωνυμίας για τον πληθυντικό: το “εμείς”. Το ίδιο συμβαίνει και στα αγγλικά (“we”), γαλλικά (“nous”), ισπανικά (“nosotros”), ρωσσικά (“мы”), όπως και σε κάθε άλλη Ινδοευρωπαϊκή (“πολιτισμένη”) γλώσσα· το ίδιο και σε άλλες μη-Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. ιαπωνικά: 私たち “watakushitachi”). Όμως στη γλώσσα των Ινδιάνων Τσέροκι (κάποτε “αγρίων”) της Βόρειας Αμερικής γίνεται μια πολύ πιο λεπτή διάκριση: υπάρχει άλλος τύπος για το “εγώ κ’ εσύ”, άλλος για το “εγώ και κάποιος άλλος”, άλλος για το “εγώ και κάποιοι άλλοι”, κι άλλος για το “εγώ, εσύ, και ένας ή περισσότεροι άλλοι” — γραμματικοί τύποι που κάνουν το Ινδοευρωπαϊκό “εμείς” να μοιάζει αξιοθρήνητα ανεπαρκές για την απόδοση πιο λεπτών νοηματικών αποχρώσεων.(*)

Παρόμοια λανθασμένη ιδέα είναι οτι οι οικείες-μας γλώσσες (του Δυτικού πολιτισμού) έχουν αναπτύξει πολύ περισσότερες λέξεις από τις υποτιθέμενες “γλώσσες αγρίων”, λόγω ακριβώς της τεχνολογικής διαφοράς (που είναι υπαρκτή). Έτσι, στα ελληνικά έχουμε λέξεις όπως “τοστιέρα”, “κομπιουτεράκι”, “εκτυπωτής”, “οθόνη”, “ζουμάρω”, “σερφάρω”, “κλικάρω”, και εκατοντάδες άλλες, που λείπουν από το λεξιλόγιο του Ινδιάνου του Αμαζονίου, γιατί ο άνθρωπος αυτός δεν χρησιμοποιεί τα τεχνολογικά προϊόντα στα οποία αναφέρονται οι λέξεις εκείνες. Αντίστοιχα όμως, ο Ινδιάνος του Αμαζονίου μπορεί να έχει 5-6 λέξεις για τους διαφορετικούς τύπους αγκιστριών που χρησιμοποιεί για να ψαρεύει, ενώ εμείς έχουμε μόνο μία: “αγκίστρι”. Εφόσον τόσο ο δικός-μας εγκέφαλος όσο και του Ινδιάνου έχουν την ίδια πολυπλοκότητα, αναγκαστικά θα έχουν και την ίδια “χωρητικότητα” σε αριθμό λέξεων. Ούτε επίσης είναι σωστό να συγκρίνουμε γλώσσες βάσει του μεγέθους των λεξικών-τους, γιατί ενώ τα αγγλικά χρησιμοποιούνται από εκατοντάδες εκατομμύρια φυσικούς ομιλητές σε όλο τον κόσμο, η γλώσσα του “αγρίου” μιλιέται μόνο από μερικές εκατοντάδες ανθρώπους· φυσικό είναι λοιπόν η γλώσσα με τους πολύ περισσότερους ομιλητές να έχει και περισσότερες λέξεις στο λεξικό-της. Αυτό που θα μπορούσαμε να συγκρίνουμε είναι το λεξιλόγιο του μέσου ομιλητή της μιας γλώσσας με το λεξιλόγιο του μέσου ομιλητή της άλλης.

Δεν υπάρχουν γλώσσες “ανώτερες” από άλλες

Η ίδια ιδέα επεκτείνεται και στη σύγκριση μεταξύ δύο γνωστών γλωσσών. Συμβαίνει συχνά οι ομιλητές μιας γλώσσας, επειδή είναι καλά ή και άριστα εξοικειωμένοι με τη δική-τους γλώσσα, να πιστεύουν οτι είναι “ανώτερη από τις άλλες”, οτι έχει ιδιότητες που κάνουν τις άλλες γλώσσες να μοιάζουν “φτωχοί συγγενείς”. Αυτή η άποψη οφείλεται συνήθως σε αμάθεια, δηλ. ελλιπή γνώση της άλλης γλώσσας με την οποία συγκρίνεται η οικεία. Αυτό που γνωρίζουμε με λεπτομέρεια μας φαίνεται τεράστιο συγκρινόμενο με κάτι ανάλογο το οποίο δεν γνωρίζουμε εξίσου καλά. Μπορεί η οικεία γλώσσα να έχει όντως κάποια αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά, αν ψάξουμε όμως θα βρούμε άλλα, επίσης αξιοθαύμαστα χαρακτηριστικά στην άλλη γλώσσα, που δεν τα έχει η οικεία.

Μια τέτοιου είδους παρανόηση είναι και η ιδέα: «Στη γλώσσα-μας υπάρχει η λέξη Χ, ενώ η γλώσσα Ψ δεν έχει λέξη για την έννοια αυτή.» Για παράδειγμα, συχνά οι Έλληνες ισχυρίζονται οτι στα ελληνικά υπάρχει η λέξη “φιλότιμο”, ενώ π.χ. τα αγγλικά δεν έχουν λέξη γι’ αυτήν την έννοια (άρα ίσως ούτε την έννοια). Και όμως, έχουν. Στα αγγλικά υπάρχει η αντίστοιχη λέξη “conscience”, και ακόμη και η “mettle”, λέξεις που δείχνουν οτι υπάρχει και η έννοια. Αντίστροφα, στα αγγλικά π.χ. υπάρχουν οι λέξεις: embarrassing, conscious, emergency, excellence, inconvenience, privacy (μεταξύ άλλων), τις οποίες ο αναγνώστης που γνωρίζει αγγλικά καλείται να μεταφράσει με μία αντίστοιχη ελληνική λέξη (μοναδική όμως, όχι ολόκληρη φράση), σαν άσκηση ταπεινότητας.

Άλλος “ελληνικός μύθος” είναι οτι η ελληνική είναι “η γλώσσα με το πλουσιότερο λεξιλόγιο στον κόσμο”· και σαν επιχείρημα φέρεται το γεγονός οτι η ελληνική έχει ιστορική (γραπτή) συνέχεια που φτάνει σε βάθος περίπου 3.000 χρόνων — πράγματι μία από τις μεγαλύτερες ιστορικές συνέχειες, συγκρινόμενη μόνο με την εβραϊκή γλώσσα. Επειδή δε η αρχαία ελληνική γραμματεία είναι τεράστια σε σύγκριση με την αρχαία εβραϊκή, η ιδέα αυτή ακούγεται λογική. Η ιδέα όμως “πάσχει” για δύο λόγους. Πρώτα-πρώτα, πρέπει να καταλαβαίνουμε τί εννούμε όταν λέμε “ελληνική γλώσσα”. Ελληνική είναι η γλώσσα που μιλούν οι φυσικοί ομιλητές-της (όπως ήδη μάθαμε), δηλαδή οι άνθρωποι που ζουν σήμερα. Αυτοί ορίζουν τη γλώσσα, όχι οι φιλόλογοι ή οι γλωσσολόγοι. Δεν μπορούμε να συμπεριλάβουμε λέξεις όπως “ἐννῆμαρ”, “ᾤχετο”, “ῥα”, “κῆλα”, “θεοῖο”, “φρεσὶ”, “θῆκε”, “κήδετο”, “ὁμηγερέες”, “ὁρᾶτο”, “ὠκὺς” (όλες παρμένες από μια μικρή παράγραφο της ραψωδίας Α της Ιλιάδας), και χιλιάδες άλλες, στη δική-μας ελληνική γλώσσα — όσο “ελληνοπρεπείς” κι αν ακούγονται οι λέξεις αυτές — γιατί δεν τις χρησιμοποιεί κανένας φυσικός ομιλητής σήμερα. Δεν πρέπει να συγχέουμε το λεξιλόγιο της υπαρκτής (νέας) ελληνικής γλώσσας, με το λεξιλόγιο που έχει πέσει σε αχρηστία και που ανήκει σε προηγούμενες μορφές της γλώσσας-μας, μορφές που εκτείνονται χρονικά μέχρι την αρχαία εποχή. Το δεύτερο πρόβλημα με την ιδέα “του πλουσιότερου λεξιλογίου” είναι αυτό που ήδη αναφέρθηκε: η έλλειψη γνώσης του άλλου που μπορεί να υπάρχει, και το οτι αυτό που γνωρίζουμε καλά μας φαίνεται γιγαντιαίο. Και πάλι θα φερθεί σαν παράδειγμα η αγγλική. Ενώ η ελληνική αντλεί το λεξιλόγιό της κυρίως από τη δική-της μακραίωνη ιστορία (και σε μάλλον μικρό ποσοστό από καθεμία από τις ιταλική, τουρκική, αγγλική, γαλλική, κ.ά.), η αγγλική αντλεί το λεξιλόγιό της τόσο από τη λατινική (και μέσω αυτής, από την αρχαία ελληνική), όσο και από τη γαλλική, γερμανική, κελτικές και σκανδιναβικές γλώσσες. Έτσι, εκεί που υπάρχει μία ελληνική λέξη, η αγγλική έχει συχνά δύο και τρεις λέξεις που σημαίνουν το ίδιο πράγμα, η κάθε μία όμως από διαφορετική γλωσσική ρίζα. Επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε στην προηγούμενη υποενότητα, είναι ανούσιο να συγκρίνουμε τα λεξιλόγια γλωσσών που ενώ η μία ομιλείται από περίπου 12 εκατομμύρια κόσμο (στις αρχές της δεκαετίας 2010–2020, συμπεριλαμβανομένης και της ελληνικής διασποράς), η άλλη ομιλείται από πάνω από μισό δισεκατομμύριο κόσμο.


Δομή της γλώσσας

Κάθε γλώσσα, είτε λέγεται ελληνική είτε κινέζικη, παρουσιάζει μια ιεραρχική δόμηση: ξεκινάει από τους φθόγγους και τα φωνήματα, με τα οποία σχηματίζει συλλαβές· από τις συλλαβές σχηματίζει λέξεις· από τις λέξεις σχηματίζει φράσεις (προτασιακά τμήματα)· από τις φράσεις σχηματίζει προτάσεις· τέλος, με τις προτάσεις περιγράφει ολόκληρες ιδέες, ιστορίες, διηγήσεις. Τα διάφορα επίπεδα της ιεραρχικής δόμησης της γλώσσας εξετάζονται με συντομία παρακάτω, χρησιμοποιώντας κυρίως την ελληνική στα παραδείγματα.

Φωνητική

Οι ήχοι που παράγονται από μια γλώσσα λέγονται φθόγγοι (αγγλ.: phones). Προσοχή όμως: οι φθόγγοι μιας γλώσσας σχεδόν ποτέ δεν ταυτίζονται με τα γράμματα που χρησιμοποιούνται στο αλφάβητό της (αν έχει αλφάβητο). Παραδείγματος χάρη: το γράμμα γ το χρησιμοποιούμε στο ελληνικό αλφάβητο για να παραστήσουμε δύο φθόγγους: εκείνον με τον οποίο ξεκινάει η λέξη “γάλα”, κ’ εκείνον με τον οποίο ξεκινάει η λέξη “γέρος”. Το γ στο “γάλα” λέγεται “υπερωικό” (αγγλ.: velar), γιατί παράγεται με τη μαλακή υπερώα του στόματος (το τμήμα πριν από τον ουρανίσκο), ενώ το γ στο “γέρος” λέγεται “ουρανικό” (αγγλ.: palatal), γιατί παράγεται με τη σκληρά υπερώα (τον “ουρανό”) της στοματικής κοιλότητας. Την ίδια διάκριση μεταξύ υπερωικών και ουρανικών συμφώνων έχουμε με τα γράμματα κ και χ: “καλός” (υπερωικό κ) – “κήπος” (ουρανικό κ)· “χάνω” (υπερωικό χ) – “χέρι” (ουρανικό χ). Με το γράμμα ν παριστάνουμε επίσης δύο φθόγγους: το ρινικό-οδοντικό ν όπως στο “νερό”, και το ρινικό-ουρανικό ν όπως στο “πανί”. Με το γράμμα λ πάλι παριστάνουμε τόσο το υγρό-οδοντικό λ όπως στο “λαγός”, όσο και το υγρο-ουρανικό λ όπως στο “λίγο”.

Στη φιλολογία συνήθως γίνεται σύγχυση μεταξύ φθόγγων και γραμμάτων του αλφαβήτου (βλ. π.χ. εδώ). Η ελληνική γλώσσα έχει περισσότερους φθόγγους απ’ ότι γράμματα του αλφαβήτου, με αποτέλεσμα ένα γράμμα να παριστάνει συχνά δύο φθόγγους. Η σύγχυση επιτείνεται από το οτι έχουμε 7 γράμματα για την παράσταση φωνηέντων (α, ε, η, ι, ο, υ, ω), αλλά μόνο 5 φωνήεντα στη γλώσσα ([α], [ε], [ι], [ο], [ου]), ενώ συνδυασμοί φωνηέντων (που λανθασμένα μαθαίνουμε στο Δημοτικό οτι λέγονται “δίφθογγοι”) χρησιμοποιούνται για δύο από τα φωνήεντα: τα ει, οι, και υι για το [ι], και το αι για το [ε]. (Στη φωνητική, οι φθόγγοι σημειώνονται μέσα σε αγκύλες: []).

Άλλες γλώσσες έχουν είτε καλύτερη αντιστοίχιση μεταξύ φθόγγων και γραμμάτων από την ελληνική (π.χ. τα ισπανικά, και ιδίως τα τουρκικά, όπου η αντιστοιχία είναι πραγματικά ένα-προς-ένα, επειδή το τουρκικό αλφάβητο είναι πολύ πρόσφατο), είτε χειρότερη από την ελληνική (π.χ. τα γαλλικά, και ιδίως τα αγγλικά, όπου κάθε γράμμα έχει πολλαπλούς τρόπους προφοράς).

Φωνολογία

Ο φυσικός ομιλητής συνήθως αντιλαμβάνεται με δυσκολία τη διαφορά του γ στο “γάλα” από το γ στο “γέρος”, ακόμα κι όταν του γίνει γνωστό οτι υπάρχει μια ουσιαστική διαφορά. Για το φυσικό ομιλητή, το γ, είτε είναι υπερωικό (“γάλα”) είτε ουρανικό (“γέρος”) είναι “ένα πράγμα”, μια ιδέα (και, στο αλφάβητο, ένα γράμμα). Αυτή η “μια ιδέα” είναι το αντικείμενο της φωνολογίας, και τη συμβολίζουμε με το /γ/, δηλαδή βάζουμε “την ιδέα” μέσα σε πλάγιες γραμμές. Το /γ/ ονομάζεται φώνημα, ενώ οι διαφορετικοί φθόγγοι με τους οποίους εμφανίζεται στην ελληνική, δηλαδή ο υπερωικός και ο ουρανικός, ονομάζονται αλλόφωνα. Παρόμοια, τα /κ/, /χ/, /ν/, και /λ/ έχουν κι αυτά δύο αλλόφωνα το καθένα (αναφέρθηκαν όλα στην παράγραφο περί φωνητικής).

Άλλο παράδειγμα όπου φαίνεται οτι η φωνολογία είναι “αυτό που ακούμε σαν φυσικοί ομιλητές”, ενώ η φωνητική είναι “αυτό που ακούν οι μη-φυσικοί ομιλητές” (που όμως προσεγγίζει την πραγματικότητα): προφέρετε τη λέξη “παιδιά”· μετά από το σύμφωνο /δ/, αυτό που ακολουθεί φωνητικά είναι ένα ουρανικό γ (σαν να γράφουμε *“παιδγιά”), το οποίο ο φυσικός ομιλητής παράγει καθαρότατα, αλλά μετά βίας αντιλαμβάνεται. Φωνολογικά λοιπόν είναι σαν να υπάρχει μόνο ένα /ι/ μεταξύ του /δ/ και του /α/. Φωνητικά όμως (δηλαδή στην πραγματικότητα) δεν υπάρχει κανένα [ι], αλλά μόνο ένα ουρανικό [γ] μεταξύ του [δ] και του [α]. Άλλο παράδειγμα: προφέρετε τις φράσεις: “την κόρη”, “τον πόνο”, και “τον τόνο”· αυτό που πραγματικά προφέρετε (δηλαδή φωνητικά) είναι: /τιγκόρι/, /τομπόνο/ και /τοντόνο/, δηλαδή ακούγεται ένα /μπ/, /γκ/, και /ντ/ στο “μεταξύ” του άρθρου και του ουσιαστικού. Φωνολογικά όμως τα /μπ/, /γκ/, και /ντ/ “δεν τα ακούτε”! Τα σύμφωνα αυτά υπάρχουν φωνητικά, αλλά όχι φωνολογικά, γιατί η φωνολογική επεξεργασία που γίνεται στον εγκέφαλο του φυσικού ομιλητή τα εξαλείφει, αντικαθιστώντας-τα από τα /ν κ/, /ν π/, και /ν τ/ αντίστοιχα.

Παραδείγματα σαν τα παραπάνω υπάρχουν βέβαια σε κάθε γλώσσα. Στα αμερικανικά αγγλικά για παράδειγμα, το φώνημα /t/ έχει τουλάχιστον τέσσερα αλλόφωνα:

  • το φθόγγο στη λέξη “cat”, που είναι ο πιο τυπικός ήχος του γράμματος t,

  • το φθόγγο στη λέξη “top”, όπου υπάρχει μια ελαφρά “δασεία” ακριβώς μετά από το t (όπως και σε κάθε λέξη που αρχίζει με t ακολουθούμενο από φωνήεν),

  • το φθόγγο στη λέξη “trip”, που μοιάζει ελαφρά με το ch του “chip”,

  • και το φθόγγο στη λέξη “butter”, όπου η γλώσσα κάνει μια στιγμιαία αναδίπλωση, αγγίζοντας ελαφρά την αρχή της σκληράς υπερώας.

Ο Αμερικανός ομιλητής όμως τυπικά δεν αντιλαμβάνεται τα παραπάνω αλλόφωνα· αυτό που αντιλαμβάνεται είναι “μια ιδέα”, το φώνημα /t/.

Μορφολογία

Με τα φωνήματα σχηματίζονται συλλαβές σε όλες τις γλώσσες. Με τις συλλαβές σχηματίζονται λέξεις. Κάποιες γλώσσες, όπως τα Μανδαρίνικα Κινέζικα, χρησιμοποιούν μία, δύο, ή το πολύ τρεις συλλαβές για να κατασκευάσουν μία “λέξη” (δηλαδή μία έννοια). Οι περισσότερες άλλες γλώσσες χρησιμοποιούν οποιοδήποτε αριθμό συλλαβών.

Εκτός όμως από τη δομή-της σε συλλαβές, μια λέξη δομείται επίσης από μορφήματα. Ας πάρουμε σαν παράδειγμα μια αρκετά πολύπλοκη λέξη: το “αποπροσανατολιστήκαμε”. Ως προς τις συλλαβές-της, η λέξη αυτή δομείται ως εξής:

α · πο · προ · σα · να · το · λι · στή · κα · με

Στο μάθημα Γ2 μαθαίνουμε ποια μορφή έχει η δομή κάθε συλλαβής. Ως προς τα μορφήματά της, η παραπάνω λέξη δομείται ως εξής:

απο · προσ · ανατολ · ιστήκ · αμε

Τα μορφήματα είναι τα μέρη της λέξης που το καθένα-τους ή έχει κάποιο νόημα ή δίνει κάποιο γραμματικό χαρακτηριστικό στη λέξη. Στο παραπάνω παράδειγμα, τα “απο-” και “-προσ-” είναι προθέσεις, το “-ανατολ-” είναι το κυρίως μέρος της λέξης, το “-ιστηκ-” δηλώνει αόριστο χρόνο μέσης φωνής, και το “-αμε” δηλώνει πρώτο πληθυντικό πρόσωπο. Όλα αυτά είναι τα μορφήματα της λέξης, και η μορφολογία είναι ο τομέας της γλωσσολογίας που εξετάζει το είδος (τύπο) των μορφημάτων που συναντώνται στις διάφορες γλώσσες, το πώς συνενώνονται για να σχηματίσουν λέξεις, και το πώς μεταβάλλονται κατά την κλίση της λέξης, αν αυτή κλίνεται.

Η νέα ελληνική γλώσσα είναι αρκετά πλούσια σε “κλιτική” μορφολογία, καθώς τα ουσιαστικά και επίθετα έχουν γένος, πτώση, και αριθμό, ενώ τα ρήματα έχουν χρόνο, έγκλιση, φωνή, αριθμό, και πρόσωπο. Μια γλώσσα πιο πλούσια σε κλιτική μορφολογία ήταν η αρχαία ελληνική, όπου υπήρχε μία επιπλέον πτώση στα ουσιαστικά–επίθετα (η δοτική), μία επιπλέον έγκλιση στα ρήματα (η ευκτική) και φωνή (η μέση), υπήρχε απαρέμφατο σε τέσσερις χρόνους, οι μετοχές είχαν κι αυτές τέσσερις χρόνους, κλπ. Γλώσσα πιο απλή σε κλιτική μορφολογία από τη νέα ελληνική είναι η αγγλική, όπου τα ουσιαστικά έχουν μόνο το μόρφημα-επίθημα -s στον πληθυντικό αριθμό (π.χ. ενικός: house· πληθ.: houses), και το μόρφημα ’s στη γενική πτώση (όταν πρόκειται για νοήμονα όντα, π.χ. Joe’s, God’s)· τα ρήματα έχουν το επίθημα -s στο τρίτο πρόσωπο (π.χ. see = βλέπω· sees = βλέπει), έναν αόριστο τύπο (saw = είδα), και όταν είναι ανώμαλα τότε έχουν και μια μετοχή αορίστου (seen = έχω δει / ειδωμένος). Αυτό το οποίο χάνουν σε κλιτική μορφολογία τα αγγλικά (σε σχέση με τα ελληνικά) το αναπληρώνουν σε συντακτικό, το οποίο είναι πολύ πιο ορισμένο από το ελληνικό (και άρα “άκαμπτο”). Τα αγγλικά όμως έχουν πιο πλούσια “παραγωγική” μορφολογία από τα ελληνικά. Έτσι στα αγγλικά μπορεί κανείς να πει:

memory = μνήμη
memorize = απομνημονεύω
memorization = απομνημόνευση
memorizationless = ο/η/το χωρίς απομνημόνευση
memorizationlessness = η κατάσταση του να είναι κάτι χωρίς απομνημόνευση

Βλέπουμε λοιπόν οτι για τις δύο τελευταίες λέξεις (που δεν θα τις βρει κανείς σε λεξικό, αλλά μπορεί να τις παράγει ο φυσικός ομιλητής “επί τόπου” για να εκφράσει τις αντίστοιχες έννοιες — εξ ου και “παραγωγική μορφολογία”) η ελληνική χρειάζεται να βάλει λέξεις σε κάποια συντακτική σειρά προκειμένου να τις εκφράσει.

Παρά το παραπάνω εξεζητημένο παράδειγμα όμως, η νέα ελληνική γλώσσα είναι πιο “συνθετική” από την αγγλική, γιατί ο λόγος (το πηλίκο) των μορφημάτων ανά λέξη στην ελληνική είναι κατά μέσο όρο μεγαλύτερος από τον αντίστοιχο λόγο στην αγγλική. Π.χ., ας θεωρήσουμε τη λέξη: “μορφωνόμαστε”· η λέξη αυτή έχει τρία μορφήματα (“μορφ·ων·όμαστε”), άρα λόγο μορφημάτων ανά λέξη 3:1. Μετρώντας τους λόγους μορφημάτων ανά λέξη και παίρνοντας το μέσο όρο, βρίσκουμε για την ελληνική έναν αριθμό που είναι μεγαλύτερος από εκείνον της αγγλικής. Συνεχίζοντας το προηγούμενο παράδειγμα, για να αποδώσουμε το “μορφωνόμαστε” στα αγγλικά πρέπει να χρησιμοποιήσουμε τέσσερις λέξεις: “we are being educated”· οι λόγοι μορφημάτων ανά λέξη στη φράση αυτή είναι: 1:1 (we), 1:1 (are), 2:1 (be·ing), 2:1 (educat·ed)· άρα έχουμε μέσο όρο: (1 + 1 + 2 + 2) / 4 = 6/4 = 1,5.

Το αντίθετο του “συνθετική” είναι “απομονωτική”, και η αγγλική γλώσσα θεωρείται οτι βρίσκεται πιο κοντά στις απομονωτικές γλώσσες. Πιο απομονωτική από την αγγλική είναι η κινεζική γλώσσα (τα μανδαρίνικα κινέζικα), ενώ πιο συνθετική από τη νέα ελληνική είναι η αρχαία ελληνική. Π.χ. στα αρχαία ελληνικά μπορούμε να πούμε σε μία λέξη: “πεποιήσοιτο”, που σημαίνει: “ίσως θα έχει φτιαχτεί”, ή και: “εύχομαι οτι θα έχει φτιαχτεί” (τρίτο ενικό ευκτικής τετελεσμένου μέλλοντα παθητικής φωνής, με 5 μορφήματα: πε·ποιή·σ·οι·το).

Ακόμα πιο συνθετικές γλώσσες από την αρχαία ελληνική είναι τα τουρκικά, ή αρκετές από τις ινδιάνικες γλώσσες της Αμερικής, που λέγονται “πολυσυνθετικές”. Οι γλώσσες αυτές μπορούν να εκφράσουν μέσω σύνθεσης μορφημάτων έννοιες που σε άλλες (π.χ. Ινδοευρωπαϊκές) γλώσσες απαιτούν ολόκληρες προτάσεις.  Ιδού δύο παραδείγματα από την τουρκική· πρώτα, ας δούμε την εξής λέξη: gelebilecekmiydiniz. Η λέξη αυτή αναλύεται σε μορφήματα ως εξής:

gel e bilecek mi y din iz
ελθείν [συνδετικός ήχος] είναι σε θέση [ερώτηση] [συνδετικός ήχος] [2ο πρόσωπο] [πληθυντικός]
Νόημα: είστε σε θέση να έρθετε;

Μπορεί να σκεφτεί κανείς οτι το “πεποιήσοιτο” (“ίσως θα έχει φτιαχτεί”) της αρχαίας ελληνικής είναι ίδιας πολυπλοκότητας. Τώρα όμως θα δούμε ένα παράδειγμα που μας δείχνει γιατί η τουρκική λέγεται “πολυσυνθετική” γλώσσα. Η σύνθετη λέξη είναι η εξής: Türkleştiremediklerimizden misiniz. (Παρόλο που στη γραφή χρησιμοποιείται ένα κενό για να ξεχωρίσει το τελευταίο μέρος, στο νου του Τούρκου ομιλητή όλο το παραπάνω είναι “μία λέξη”.) Η ανάλυση σε μορφήματα είναι:

Türk leştire me dik ler i miz den mi sin iz
Τούρκος μετατρέπειν [όχι] [2ο πρόσωπο] [πληθυντικός] [συνδετικός ήχος] εμείς ένας από [ερώτηση] [2ο πρόσωπο] [πληθυντικός]
Νόημα: είστε ένας από εκείνους που δεν μετατρέψαμε σε Τούρκους (εκτουρκέψαμε);

Βλέπουμε επίσης οτι σε κάποιες γλώσσες, στοιχεία όπως η ερώτηση και η άρνηση αποτελούν μορφήματα των λέξεων.

Συντακτικό

Οι λέξεις με τα μορφήματά τους δεν μπαίνουν σε τυχαία σειρά σε μια πρόταση, αλλά ακολουθώντας ορισμένους κανόνες: τους συντακτικούς κανόνες. Π.χ. στα ελληνικά κανονικά βάζουμε πρώτα το υποκείμενο, μετά το ρήμα, και μετά το άμεσο αντικείμενο του ρήματος (αν υπάρχει):

η Μαρία ήπιε το γάλα-της

Το υποκείμενο είναι “η Μαρία”, το ρήμα είναι το “ήπιε”, και το άμεσο αντικείμενο “το γάλα-της”. Έτσι, η τυπική σύνταξη στα ελληνικά είναι Υποκείμενο-Ρήμα-Αντικείμενο (ΥΡΑ). Η ελληνική γλώσσα επιτρέπει την αλλαγή της σύνταξης αυτής σε ΡΥΑ (Ρήμα-Υποκείμενο-Αντικείμενο), ή και ΡΑΥ (Ρήμα-Αντικείμενο-Υποκείμενο):

ΡΥΑ: ήπιε η Μαρία το γάλα-της
ΡΑΥ: ήπιε το γάλα-της η Μαρία

Συνήθως όμως, αν η παραπάνω πρόταση είναι καταφατική και όχι ερωτηματική, πρέπει να υπάρχει κάποιος λόγος για να γίνει χρήση της σύνταξης ΡΥΑ ή ΡΑΥ (π.χ. ποιητικός λόγος, έμφαση στο “ήπιε”, κλπ). Πιο πιθανό όμως είναι να πει κανείς οτι συντάξεις όπως οι ΥΑΡ, ΑΥΡ, και ΑΡΥ ακούγονται λανθασμένες στα ελληνικά:

ΥΑΡ: *η Μαρία το γάλα-της ήπιε
ΑΥΡ:
*το γάλα-της η Μαρία ήπιε
ΑΡΥ:
*το γάλα-της ήπιε η Μαρία

Φυσικά το “λανθασμένες” σηκώνει συζήτηση, γιατί για κάθε περίπτωση μπορεί να βρει κανείς ένα σπάνιο παράδειγμα όπου η χρήση των παραπάνω συντάξεων ακούγεται λογική. Άρα αντί να χωρίζουμε τις παραπάνω συντάξεις σε “σωστές” και “λάθος”, προτιμότερο είναι να τους δίνουμε πιθανότητες να εμφανιστούν στη γλώσσα. Γιαυτό λέμε οτι η ΥΡΑ είναι η αναμενόμενη σύνταξη στα ελληνικά.

Σε άλλα σημεία το ελληνικό συντακτικό μπορεί να είναι πιο άκαμπτο, ή πιο ευέλικτο. Π.χ. αν θέλουμε να προσδιορίσουμε το ουσιαστικό “Μαρία” με ένα επίθετο, πρέπει να τοποθετήσουμε το επίθετο υποχρεωτικά πριν από το ουσιαστικό, και όχι μετά:

  η μικρή Μαρία ήπιε το γάλα-της
* η Μαρία μικρή ήπιε το γάλα-της

Αν όμως θέλουμε να προσδιορίσουμε χρονικά την πρόταση, μπορούμε να βάλουμε το χρονικό προσδιορισμό όπου θέλουμε μεταξύ των Υ, Ρ, και Α:

σήμερα η Μαρία ήπιε το γάλα-της
η Μαρία σήμερα ήπιε το γάλα-της
η Μαρία ήπιε σήμερα το γάλα-της
η Μαρία ήπιε το γάλα-της σήμερα

Ας δούμε τί από τα παραπάνω επιτρέπεται και τί απαγορεύεται σε μια άλλη γλώσσα, με πιο άκαμπτο συντακτικό, όπως τα αγγλικά. Εκεί επιτρέπεται μόνο η σύνταξη ΥΡΑ, ενώ κάθε άλλη είναι ασύντακτη:

ΥΡΑ:   Mary drank her milk
ΥΑΡ: * Mary her milk drank
ΡΥΑ: * drank Mary her milk
ΡΑΥ: * drank her milk Mary
ΑΥΡ: * her milk Mary drank
ΑΡΥ: * her milk drank Mary

Όπως και στα ελληνικά, το επίθετο μπαίνει πριν από το ουσιαστικό που προσδιορίζει, δηλ. απαγορεύεται να πούμε: *Mary little drank her milk, αλλά μόνο: little Mary drank her milk. Αλλά και ο χρονικός προσδιορισμός έχει συγκεκριμένη θέση στα αγγλικά: μπαίνει ή στην αρχή ή στο τέλος, και όχι μεταξύ των Υ, Ρ, και Α:

  today Mary drank her milk
  Mary drank her milk today
* Mary today drank her milk
* Mary drank today her milk

Αυτή η “συντακτική ακαμψία” της αγγλικής σε σχέση με την ελληνική οφείλεται, όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενη παράγραφο, στη “φτώχεια” της κλιτικής μορφολογίας της αγγλικής, οπότε προκειμένου να μεταβιβαστεί το νόημα σωστά από τον ομιλητή στον ακροατή πρέπει η σειρά των λέξεων στην πρόταση να είναι αυστηρά προκαθορισμένη. (Αυτό είναι ένα σημείο που οι Έλληνες που μαθαίνουν αγγλικά δεν το αντιλαμβάνονται αμέσως, με αποτέλεσμα να παράγουν και να νομίζουν σαν σωστές ορισμένες από τις παραπάνω προτάσεις που είναι σημειωμένες με αστερίσκο [*].)

Τα περί συντακτικού εξετάζονται διεξοδικά στο μάθημα Γ4.

Σημασιολογικό

Η γλώσσα υπάρχει για να επιτυγχάνεται η μεταβίβαση νοήματος από τον ομιλητή στον ακροατή. Έτσι, η κάθε λέξη — ή πιο σωστά το κάθε μόρφημα — και το κάθε συντακτικό τμήμα συνδέεται με ένα ή περισσότερα νοήματα. Ο τρόπος με τον οποίο γίνεται η σύνδεση μεταξύ μορφημάτων και συντακτικών μερών από τη μια μεριά, και νοημάτων από την άλλη, αφορά στο σημασιολογικό μέρος της γλώσσας. Π.χ. στην πρόταση “η Μαρία ήπιε το γάλα-της”, η λέξη “Μαρία” συνδέεται (νοητικά) με κάποιο συγκεκριμένο άτομο· το “ήπιε” συνδέεται με μια γνωστή πράξη, την πόση υγρού από έναν άνθρωπο· η λέξη “γάλα” συνδέεται με το άσπρου χρώματος υγρό που παράγουν τα θηλαστικά, και μάλιστα με συγκεκριμένη ποσότητα που κατανάλωσε το συγκεκριμένο άτομο· και η κτητική αντωνυμία “-της” συνδέεται πάλι με το άτομο που ονομάζεται “Μαρία”. Όταν όμως έχουμε να κάνουμε με μια γενική πρόταση της μορφής “τα μωρά πίνουν γάλα”, τότε τα ουσιαστικά “μωρά” και “γάλα” δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένα αντικείμενα αλλά σε κατηγορίες, ή “Πλατωνικές έννοιες”. Πάντως οποιαδήποτε “Πλατωνική έννοια” έχει τη βάση-της σε κάποιες συγκεκριμένες έννοιες, ακόμα κι αν πρόκειται για ανύπαρκτα ή φανταστικά αντικείμενα, όπως “κένταυρος”, “θεότητα”, ή “Άγιος Βασίλης”.

Πραγματολογικό

Το πραγματολογικό μέρος της γλώσσας ασχολείται με τους τρόπους με τους οποίους αποδίδεται νόημα σε μια λέξη, φράση, ή πρόταση, δεδομένης όλης της γνώσης που απαιτείται για να γίνει κατανοητή η λέξη, φράση, ή πρόταση. Παραδείγματος χάρη: άλλο πράγμα γίνεται κατανοητό με την πρόταση:

Η Μαρία ήπιε το γάλα-της.

και άλλο με την πρόταση:

Η Μαρία έδωσε το γάλα-της.

Στην πρώτη πρόταση η Μαρία θα μπορούσε να είναι απλά κάποιο παιδί που ήπιε το γάλα-του. Στη δεύτερη πρόταση όμως αυτό που καταλαβαίνει ο αναγνώστης είναι οτι η Μαρία θήλασε κάποιο παιδί· επομένως εδώ η Μαρία πρέπει να είναι μητέρα, σημαντικά μεγαλύτερη σε ηλικία από την πρώτη πρόταση — σίγουρα όχι παιδί. Για να το συμπεράνουμε αυτό χρησιμοποιήσαμε ένα πλήθος γνώσεων από τη μνήμη-μας: γνώσεις που λένε οτι οι άνθρωποι είναι θηλαστικά, οτι οι γυναίκες συνήθως θηλάζουν τα παιδιά-τους, και μάλιστα κατά τους πρώτους μήνες μετά τη γέννηση, άρα η προαναφερθείσα Μαρία δεν μπορεί να είχε πολύ καιρό που γέννησε το παιδί-της. Εναλλακτικά μπορούμε να υποθέσουμε οτι η Μαρία θήλασε κάποιο άλλο παιδί, όχι το δικό-της, οπότε χρησιμοποιούμε γνώση που λέει οτι σε κάποιες κοινωνίες μερικές γυναίκες λειτουργούν σαν τροφοί για παιδιά που δεν είναι δικά-τους. Χωρίς όλη αυτή την προϋπάρχουσα “πραγματιστική” γνώση (που εδώ είναι κοινωνικής και ανθρωπολογικής φύσης) δεν θα μπορούσαμε ούτε να ταυτοποιήσουμε το ρήμα “έδωσε” με την έννοια “θήλασε”, ούτε να κάνουμε όλες αυτές τις υποθέσεις για την ηλικία της Μαρίας, το πόσο πρόσφατα γέννησε το παιδί-της, το αν θήλασε το δικό-της παιδί, κλπ.


Οι γλώσσες εξελίσσονται

Καμία γλώσσα δεν αποτελεί απολίθωμα στο χρόνο. Καμία γλώσσα δεν “μπαίνει στο ψυγείο” για να διατηρηθεί αναλλοίωτη. Όλες οι γλώσσες υφίστανται μια εξελικτική διαδικασία η οποία προχωρεί με τους δικούς-της νόμους, που είναι (συνήθως, όπως θα δούμε) υπεράνω της βούλησης των ατόμων–ομιλητών της γλώσσας.

Η εξέλιξη των γλωσσών έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με την εξέλιξη των βιολογικών ειδών στη φύση· αλλά βέβαια έχει και πολλές διαφορές. Παραδείγματος χάρη:

Όπως υπάρχουν κατηγορίες και υποκατηγορίες ζώων (π.χ., οι ομοταξίες των θηλαστικών, πτηνών, ερπετών, κλπ.· και εντός της ομοταξίας των θηλαστικών υπάρχουν οι τάξεις των τρωκτικών, αρτιοδάκτυλων, περισσοδάκτυλων, πρωτευόντων, κλπ.), έτσι υπάρχουν και κατηγορίες και υποκατηγορίες γλωσσών. Π.χ. υπάρχουν οι υπεροικογένειες των Ινδοευρωπαϊκών, των Αλταϊκών, των Αμερινδιανικών, των Αυστραλοαβοριγινών γλωσσών, κλπ.· εντός της υπεροικογένειας των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών υπάρχουν οι οικογένειες των ελληνογενών γλωσσών (της οποίας μοναδικός σημερινός εκπρόσωπος είναι η νέα ελληνική, αλλά η οικογένεια αυτή περιλάμβανε αρκετά μέλη στο παρελθόν), των λατινογενών (περιλαμβάνει τα γαλλικά, ιταλικά, ισπανικά, πορτογαλικά, κ.ά.), των γερμανογενών (περιλαμβάνει τα γερμανικά, ολλανδικά, αγγλικά, κ.ά.), των σλαβικών (περιλαμβάνει τα ρωσσικά, βουλγαρικά, πολωνικά, σερβο-κροατικά, κ.ά.), όπως και αρκετές άλλες Ινδοευρωπαϊκές οικογένειες (εξετάζονται στο μάθημα Γ6). Όπως υπάρχει μια δενδροειδής εξέλιξη ειδών στη βιολογία, έτσι υπάρχει και δενδροειδής εξέλιξη γλωσσών στη γλωσσολογία.

Όπως τα είδη των ζώων και φυτών αλλάζουν πάρα πολύ λίγο αν τίποτε δεν συμβεί στο περιβάλλον-τους, αλλά εξελίσσονται “γρήγορα” προς άλλα είδη όταν εμφανιστούν περιβαλλοντικές πιέσεις (ή εξαφανίζονται), έτσι και οι γλώσσες: αλλάζουν πάρα πολύ αργά όταν το γλωσσικό περιβάλλον είναι καθαρό από επιρροές, αλλά πολύ γρήγορα όταν υπάρχουν γλωσσικές πιέσεις, ή εξαφανίζονται. Τυπικό παράδειγμα είναι αυτό της εξέλιξης της ελληνικής, η οποία υπέστη “ξαφνική” πίεση μετά από την κατάκτηση της Δυτικής Ασίας και Βόρειας Αφρικής από το Μέγα Αλέξανδρο, οπότε οι “βάρβαροι” της Ασίας άρχισαν να χρησιμοποιούν τα ελληνικά σαν κοινή-τους γλώσσα. Επίσης βοήθησε στην “πίεση” και η εμφάνιση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας λίγο αργότερα, οπότε ελληνικά άρχισαν να μαθαίνουν και οι Ρωμαίοι. Η αρχαία ελληνική έπαψε να ομιλείται μόνο από τους αυτόχθονες Έλληνες. Οι μη-φυσικοί ομιλητές εισήγαγαν τη δική-τους φωνολογία, γραμματική, συντακτικό, κλπ., στην ελληνική (αυτή είναι η “πίεση” που προαναφέρθηκε), οπότε η ελληνική μετεξελίχθηκε προς μια γλώσσα που ήταν πλέον πιο κοντά στη σημερινή νέα ελληνική. Η αλλαγή της ελληνικής συντελέστηκε μέσα σε το πολύ πέντε αιώνες. Σε άλλες περιπτώσεις, οι γλώσσες εξαφανίζονται αντί να εξελιχθούν, χωρίς ν’ αφήσουν απογόνους.

Υπάρχει λόγος για τον οποίο η εξέλιξη των γλωσσών μοιάζει με την εξέλιξη των έμβιων όντων, αλλά δεν είναι του παρόντος να εξεταστεί ο λόγος αυτός διεξοδικά. Αυτό γίνεται στο μάθημα Γ6.

Το δέντρο της εξέλιξης των γλωσσών έχει μια ρίζα — όπως όλα τα δέντρα — που ονομάζεται πρωτογενής γλώσσα (αγγλ.: proto-language), και είναι η προγονική γλώσσα όλων των σημερινών γλωσσών του κόσμου. Είναι άγνωστο πότε και σε ποιο σημείο του κόσμου μιλιόταν η πρωτογενής. Θα μπορούσε να είναι μια από τις γλώσσες που μιλούσε το είδος-μας όταν ήταν ακόμη περιορισμένο στην Αφρική, δηλαδή από 80.000 χρόνια και πριν· θα μπορούσε όμως να είναι και μια μεταγενέστερη γλώσσα, της οποίας οι απόγονοι γλώσσες επικράτησαν, εξαφανίζοντας όλες τις γλώσσες–απογόνους άλλων γλωσσών που δεν προέρχονταν από την πρωτογενή.

Πώς γνωρίζουν αυτά τα θέματα οι γλωσσολόγοι; Αυτό γίνεται μέσω της συγκριτικής γλωσσολογίας, όπου συγκρίνονται τα στοιχεία (λέξεις, γραμματικά και συντακτικά στοιχεία, κλπ) διαφόρων γλωσσών, και εξάγονται αντικειμενικά κάποια συμπεράσματα. Ιδού ένα απλό παράδειγμα: υπάρχουν κάποιες ρίζες λέξεων που τις βλέπουμε να επαναλαμβάνονται σε όλες (ή σχεδόν όλες) τις γλώσσες που ανήκουν στην Ινδοευρωπαϊκή υπεροικογένεια:


Γλώσσα:

ρίζα:

μ · τ/ντ/δ · ρ (λέξη: μητέρα) ν (λέξη: ένα) ν · κ/χ · τ (λέξη: νύχτα)
Αγγλικά mother (/μάδεr/) one (/wαν/) night (/νάιτ/)
Γερμανικά Mutter (/μούττερ/) ein (/άιν/) Nacht (/ναχτ/)
Γαλλικά mère (/μερ/) une (/υν/) nuit (/νυ/)
Ελληνικά, αρχαία μήτηρ (/μέετεερ/) ἕν (/hεν/) νύξ - νυκτός (/νυκσ/ - /νυκτόσ/)
Ελληνικά, νέα μητέρα (/μιτέρα/) ένα (/ένα/) νύχτα (/νίχτα/)
Ισπανικά madre (/μάδρε/) uno (/ούνο/) noche (/νότσε/)
Ιταλικά madre (/μάντρε/) uno (/ούνο/) notte (/νόττε/)
Ρωσσικά мать (/ματ‘/) один (/αντίν/) ночь (/νοτσ/)

Ας δούμε όμως τώρα πόσο διαφορετικά ακούγονται αυτές οι τρεις λέξεις σε μερικές μη-Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες:
 
Γλώσσα: λέξη: μητέρα λέξη: ένα λέξη: νύχτα
Βασκικά ama (/αμα/) ko (/κο/) gaua (/γκαουα/)
Ουγγρικά anya (/ανια/) egy (/εγκ/) éjszaka (/ειζακα/)
Τουρκικά anne (/αννε/) bir (/μπιρ/) gece (/γκετζε/)
Φινλανδικά äiti (/αϊτι/) yksi (/ικσι/) yö (/υε/)

Βλέπουμε λοιπόν οτι σε μη-Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες οι λέξεις αυτές ακούγονται τελείως διαφορετικές. Ας σημειωθεί οτι τα ουγγρικά και τα φινλανδικά ανήκουν στην ίδια οικογένεια, τη Φινοουγγρική, που είναι μέλος της υπερ-οικογένειας που λέγεται Ουραλική. Τα τουρκικά ανήκουν στην Τουρκική οικογένεια, που είναι μέλος της Αλταϊκής υπερ-οικογένειας. (Η ύπαρξη της Αλταϊκής υπερ-οικογένειας αμφισβητείται από κάποιους γλωσσολόγους.) Τέλος, τα βασκικά δεν γνωρίζει κανείς σε ποια οικογένεια ανήκουν· μοιάζουν να μην ανήκουν πουθενά, και αυτό ίσως συμβαίνει γιατί αποτελούν τη μοναδική επιζώσα γλώσσα κάποιας υπερ-οικογένειας που όλες οι άλλες γλώσσες-της έχουν πλέον εξαφανιστεί.

Κατανομή οικογενειών γλωσσών στον κόσμο

  Αφρο-Ασιατικές γλώσσες       Ινδο-Ευρωπαϊκές γλώσσες    
  Βερβερικές   Αμερινδιανικές   Αλβανική   Χοϊσάν
  Τσαντικές   Αυστραλιανές Αβοριγίνων   Αρμενική   Νίγηρα-Κογκό
  Κουσιτικές   Αυστρο-Ασιατικές   Βαλτικές   Νειλο-Σαχάριες
  Σημιτικές   Αυστρονησιακές   Κελτικές   Παλαιοσιβηρικές
  Αλταϊκές γλώσσες   Καυκασιακές   Γερμανικές   Παπούα
  Κορεατική   Δραβιδικές   Ελληνική   Τάι-Καντάι
  Ιαπωνικές   Εσκιμο-Αλεούτιες   Ινδο-Άριες   Ουραλικές
  Μογγολικές   Σινο-Θιβετιανές γλώσσες   Ιρανικές   Βασκική
  Τουγκουσικές   Κινεζικές   Ρομανικές    
  Τουρκικές   Θιβετο-Βιρμανικές   Σλαβικές    

 

Προέλευση της ελληνικής γλώσσας

“Κανονικά” η γλωσσολογία δεν ασχολείται με το θέμα αυτής της παραγράφου, γιατί το θέμα εξαντλείται — λίγο ως πολύ — με τα όσα αναφέρθηκαν ήδη: δηλαδή η σημερινή νέα ελληνική είναι απόγονος διαφόρων διαλέκτων της αρχαίας ελληνικής, της οποίας η προέλευση χάνεται στα βάθη των αιώνων· είναι όμως πέρα από κάθε αμφιβολία βέβαιο οτι η ελληνική (αρχαία, κοινή, βυζαντινή, ή νέα) είναι μια Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα. Η απόδειξη του γεγονότος αυτού βρίσκεται στις πάμπολλες σχέσεις που η ελληνική έχει με όλες τις άλλες Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες, και που δεν έχει με τις μη-Ινδοευρωπαϊκές, όπως μας δείχνει η συγκριτική γλωσσολογία.

Το θέμα θα είχε λήξει εκεί αν δεν υπήρχαν κάποιοι που, μη έχοντας στοιχειώδεις γνώσεις γλωσσολογίας και παλαιοανθρωπολογίας, ισχυρίζονται πράγματα που δεν στέκουν σε σοβαρή κριτική· συγκεκριμένα, ισχυρίζονται οτι η ελληνική γλώσσα είναι η πρόγονος όλων των γλωσσών του κόσμου! Άλλοι, εξηγούν το γεγονός οτι λέξεις όπως “μητέρα”, “ένα”, “νύχτα”, και εκατοντάδες άλλες μοιάζουν μεταξύ-τους σε διάφορες γλώσσες επειδή τάχα οι λέξεις αυτές ήσαν αρχικά ελληνικές, τις οποίες οι ξένοι για διάφορους λόγους δεν μπορούσαν να προφέρουν σωστά και τις διέδωσαν με λάθος τρόπο στις χώρες τους.

Ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός δεν ευσταθεί, γιατί όταν μια γλώσσα δανείζεται λέξεις από άλλη γλώσσα, δεν δανείζεται σχεδόν ποτέ στοιχειώδεις λέξεις, αλλά λέξεις εξεζητημένες. Π.χ., σήμερα από τα αγγλικά έχουμε δανειστεί λέξεις όπως “ζάπιγκ”, “σίριαλ”, “σουτάρω”, “σερφάρω”, και άλλες που αναφέρονται σε έννοιες για τις οποίες ή δεν είχαμε λέξεις, ή οι ελληνικές λέξεις δεν απέδιδαν (κατά την κρίση των ομιλητών) ακριβώς την έννοια. Δεν δανειζόμαστε όμως — ούτε πρόκειται ποτέ να δανειστούμε — στοιχειώδεις λέξεις όπως “ένα”, “μητέρα”, “χέρι”, “νερό”, “σπίτι”, “ουρανός”, “θάλασσα”, “καλό”, “λέγω”, “φέρω”, και άλλες παρόμοιες. Ατυχώς για την ιδέα οτι όλες οι άλλες γλώσσες δανείστηκαν από την ελληνική, οι υποτιθέμενες δάνειες λέξεις είναι όλες στοιχειώδεις.

Δεν είναι όμως απλώς θέμα κοινών ριζών στοιχειωδών λέξεων. Υπάρχει κάτι βαθύτερο: όλες οι Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έχουν βαθύτερα κοινά γλωσσολογικά χαρακτηριστικά, όπως π.χ. καταληκτική μορφολογία. Αυτές που ονομάζουμε Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες έχουν το χαρακτηριστικό οτι κλίνουν ουσιαστικά και ρήματα μετατρέποντας την κατάληξή τους (άνθρωπ-ος, ανθρώπ-ου, ανθρώπ-ω, άνθρωπ-ον, άνθρωπ-ε / φέρ-ω, φέρ-εις, φέρ-ει... κλπ). Στις μη-Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες βλέπουμε οτι αυτή η ιδιότητα δεν εμφανίζεται. Εκεί όμως εμφανίζονται άλλες ιδιότητες που δεν υπάρχουν στις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (π.χ. η πολυσυνθετικότητα, όπως στις τουρκογενείς και στις ινδιάνικες γλώσσες). Η σημαντική παρατήρηση εδώ είναι οτι οι βαθύτερες γλωσσολογικές ιδιότητες δεν δανείζονται· ήτοι, αν η γλώσσα δεν τις έχει ήδη δεν μπορεί ξαφνικά να τις αποκτήσει. Παραδείγματος χάρη, ούτε η ελληνική δανείστηκε την πολυσυνθετικότητα της τουρκικής, παρά τα σχεδόν 400 χρόνια των Ελλήνων υπό τον Οθωμανικό ζυγό, ούτε η τουρκική δανείστηκε την κλίση ουσιαστικών και ρημάτων από την ελληνική (παρόλο που δανείστηκε αρκετές — μη στοιχειώδεις όμως — λέξεις).

Όσοι κάνουν τον παιδαριώδη ισχυρισμό οτι η ελληνική είναι η πρόγονος όλων των γλωσσών του κόσμου θα πρέπει να έχουν πλήρη άγνοια της χρονικής υπόστασης του ανθρώπινου είδους. Συγκεκριμένα, ενώ η ελληνική γλώσσα δεν μπορεί να υφίσταται για περισσότερο από 5500 χρόνια (π.χ. η αρχή του Κυκλαδικού πολιτισμού τοποθετείται γύρω στο 3400 π.Χ.), εντούτοις το είδος-μας υπάρχει εδώ και μεταξύ 150.000 και 200.000 χρόνια. Και ενώ η χρονική απαρχή της γλώσσας δεν είναι γνωστή, πάντως είναι σχεδόν βέβαιο οτι το είδος-μας έχει γλώσσα σημαντικής πολυπλοκότητας για τουλάχιστον 80.000 χρόνια,(*) δηλαδή από την εποχή που βγήκε από την Αφρικανική ήπειρο και κατάφερε να εξαπλωθεί σταδιακά σε όλες τις ηπείρους του κόσμου. Κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν θα έπρεπε να ισχυρίζεται οτι η ελληνική υπάρχει εδώ και 80.000 χρόνια. Μόνο ο συνδυασμός της άγνοιας συγκριτικής γλωσσολογίας και παλαιοανθρωπολογίας μπορεί να οδηγήσει σε τέτοιου είδους φαντασιώσεις.

Τέλος, το οτι η ελληνική είναι απλώς μια από τις Ινδοευρωπαϊκές γλώσσες (που είναι ένα αντικειμενικά εξαγόμενο συμπέρασμα) σημαίνει οτι π.χ. η ελληνική και η λατινική είναι αδελφές γλώσσες, δηλαδή οτι έχουν κάποιον κοινό πρόγονο, και οτι σίγουρα η λατινική δεν είναι απόγονος της ελληνικής. Το ίδιο ισχύει για οποιαδήποτε μη-Ινδοευρωπαϊκή γλώσσα: π.χ. η τουρκική δεν προέρχεται από την ελληνική, αλλά οι δυο-τους έχουν έναν κοινό πρόγονο, που είναι γλώσσα ακόμα πιο αρχαία κι από τον κοινό πρόγονο όλων των Ινδοευρωπαϊκών γλωσσών.


Διάλεκτος, κοινόλεκτος, ιδίωμα, και ιδιόλεκτος

Πότε λέμε οτι έχουμε δύο διαφορετικές γλώσσες, και πότε δύο διαφορετικές διαλέκτους της ίδιας γλώσσας (π.χ. κυπριακά ελληνικά και ρουμελιώτικα ελληνικά);

Το ερώτημα είναι ακριβώς ανάλογο με αυτό της βιολογίας: πότε λέμε οτι έχουμε δύο διαφορετικά είδη (π.χ. γάτα και σκύλο), και πότε δύο άτομα του ίδιου είδους αλλά διαφορετικής ράτσας (ή “υποείδους”, όπως π.χ. σκύλο και λύκο);

Η απάντηση καί στα δύο ερωτήματα είναι παρόμοια: υπάρχει ένα γενικό κριτήριο, αλλά το κριτήριο αυτό δεν δίνει πάντα ξεκάθαρη απάντηση, της μορφής άσπρο–μαύρο. Και νά γιατί:

Στη βιολογία, το κριτήριο λέει οτι δύο άτομα ανήκουν στο ίδιο είδος αν μπορούν να κάνουν υγιείς και γόνιμους (μη στείρους) απογόνους (δεδομένου οτι είναι αρσενικό–θηλυκό). Έτσι, η γάτα και ο σκύλος δεν μπορούν ποτέ να κάνουν απογόνους, άρα ανήκουν σε διαφορετικά είδη. Το ίδιο και το άλογο με το γαϊδούρι, γιατί ναι μεν ο αρσενικός γάιδαρος μπορεί να κάνει απόγονο με τη φοράδα, αλλά ο απόγονός τους (το μουλάρι) είναι στείρος, άρα δεν ικανοποιείται ο ορισμός του ίδιου είδους. Όμως ο σκύλος με το λύκο μπορούν να κάνουν γόνιμους απογόνους, άρα ανήκουν στο ίδιο είδος.

Παρόμοια, στη γλωσσολογία το κριτήριο λέει οτι δύο άτομα μιλούν διαλέκτους της ίδιας γλώσσας αν μπορούν να συνεννοηθούν μεταξύ-τους. Έτσι, ο Ρουμελιώτης και ο Κρητικός μπορεί να δυσκολευτούν λίγο σε κάποιες λέξεις ή εκφράσεις, αλλά εν γένει μπορούν να συνεννοηθούν, άρα τα ρουμελιώτικα και τα κρητικά είναι διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας (της ελληνικής).

Αλλά τόσο στη βιολογία όσο και στη γλωσσολογία υπάρχουν προβληματικές περιπτώσεις με τα παραπάνω κριτήρια. Π.χ. έχουν υπάρξει περίπου 60 καταγραμμένες περιπτώσεις όπου θηλυκά μουλάρια γέννησαν μικρά μουλαράκια (η μία μάλιστα στην Ελλάδα, στο χωριό Ταξιάρχες της Δράμας, το Μάιο του 2002). Άρα, σύμφωνα με τον ορισμό, είναι όντως το άλογο διαφορετικό είδος από το γαϊδούρι ή όχι; Από την άλλη μεριά, υπάρχει η ελληνική διάλεκτος της Καλαβρίας, στη νότια Ιταλία, της οποίας ο ομιλητής μετά βίας μπορεί να συνεννοηθεί με τον ομιλητή της ελληνικής κοινολέκτου (βλ. παρακάτω), οπότε το κριτήριο της συνεννόησης δεν μας δίνει ξεκάθαρη απάντηση. Εντούτοις υπάρχουν πολλές περιπτώσεις όπου το κριτήριο φαίνεται να λειτουργεί με τον αναμενόμενο τρόπο (π.χ.: ρουμελιώτικα και πελοποννησιακά = διαφορετικές διάλεκτοι· ενώ ελληνικά και τουρκικά = διαφορετικές γλώσσες).

Πώς δημιουργούνται οι διάλεκτοι και οι γλώσσες

Η δημιουργία των διαλέκτων και γλωσσών επίσης βρίσκεται σε αντιστοιχία με τη δημιουργία των βιολογικών υποειδών και ειδών. Ένας κύριος παράγοντας που είναι υπαίτιος για τη δημιουργία διαλέκτων (και βιολογικών ειδών) είναι η γεωγραφική απομόνωση. Στη χώρα-μας, ο Κορινθιακός κόλπος χωρίζει γεωγραφικά την Πελοπόννησο από τη Ρούμελη, οπότε καθώς οι μετακινήσεις από χωριό σε χωριό στους προηγούμενους αιώνες γίνονταν πρακτικά μόνο με τα ζώα (ή και με τα πόδια), τα ελληνικά της Πελοποννήσου συν τω χρόνω άρχισαν να απομακρύνονται από εκείνα της Ρούμελης, και αντιστρόφως. Αντίθετα, η Ρούμελη και η Θεσσαλία δεν είναι τόσο απομονωμένες η μια από την άλλη (δεν είναι τόσο δύσκολο να περάσει κανείς από τη Λαμία στη Λάρισα), οπότε δεν είναι σύμπτωση το οτι τα ρουμελιώτικα μοιάζουν αρκετά με τα θεσσαλικά. Από την άλλη, η Θεσσαλία χωρίζεται αρκετά καλά από τη Μακεδονία μέσω του ορεινού όγκου του Ολύμπου, οπότε πάλι δεν είναι σύμπτωση το οτι τα μακεδονικά διαφέρουν αρκετά από τα θεσσαλικά. Την ίδια σχέση μεταξύ γεωγραφικής απομόνωσης και γλωσσικής διαφορετικότητας μπορεί κανείς να παρατηρήσει με τα κυπριακά, τα κρητικά, τα ηπειρώτικα, τα νησιωτικά ελληνικά, κλπ.

Όταν η γεωγραφική απομόνωση είναι ακόμα πιο μεγάλη, και μάλιστα όταν συνεχίζεται επί αιώνες, τότε αυτές που προηγουμένως ήσαν διάλεκτοι της ίδιας γλώσσας αποκτούν τόσες διαφορές μεταξύ-τους που η αμοιβαία συνεννόηση χωλαίνει, ή γίνεται αδύνατη. Έτσι οι διάλεκτοι εξελίσσονται σε διαφορετικές γλώσσες. Παράδειγμα γλωσσών που χωρίστηκαν στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν είναι τα ισπανικά και τα καταλανικά.(*) Γλώσσες που χωρίστηκαν πιο παλιά είναι τα ισπανικά και τα ιταλικά, που έχουν κοινό πρόγονο τη λατινική. Και όμως, οι δυο αυτές γλώσσες έχουν ακόμα τόσα κοινά στοιχεία μεταξύ-τους, που όταν ο Ισπανός ακούει ιταλικά μπορεί να πει οτι του μοιάζουν σαν “αρχαία ισπανικά”. Γλώσσες που έχουν κοινό πρόγονο σε ακόμα πιο αρχαία εποχή είναι τα ιταλικά και τα γερμανικά, κλπ. Κάποτε όμως, κάποιοι πρόγονοι αυτών των γλωσσών ξεκίνησαν σαν απλές διάλεκτοι μιας αρχικής γλώσσας.

Κοινόλεκτος

Σχεδόν σε κάθε χώρα, εκτός από τις διαλέκτους και τα τοπικά ιδιώματα, υπάρχει μια “κοινόλεκτος”, δηλαδή ένας τρόπος ομιλίας που γίνεται κατανοητός από όλους τους ομιλητές. Στη χώρα-μας, όπως ήδη αναφέρθηκε σε προηγούμενες ενότητες, η κοινόλεκτος είναι τα “Αθηναϊκά” (ή Πελοποννησιακά) ελληνικά. Στην Κίνα, όπου μιλιούνται πολλές και διαφορετικές γλώσσες, η κοινόλεκτος είναι τα μανδαρίνικα κινέζικα, οπότε εκεί η κοινόλεκτος μπορεί να διαφέρει ριζικά από τη φυσική γλώσσα ενός κατοίκου της χώρας. Γενικά, η κοινόλεκτος δεν έχει κανένα άλλο αξιοσημείωτο γλωσσολογικό χαρακτηριστικό σε σχέση με τις υπόλοιπες διαλέκτους μιας γλώσσας εκτός από το οτι κυριαρχεί πάνω σ’ αυτές (με την έννοια οτι όλοι ξέρουν την κοινόλεκτο, αλλά ο ομιλητής της κοινολέκτου δεν έχει ιδιαίτερα πολλές γνώσεις για τις άλλες διαλέκτους), και επομένως επηρεάζει, αλλά ελάχιστα επηρεάζεται.

Ιδίωμα

Μερικές φορές χρησιμοποιείται ο όρος “ιδίωμα” για να δηλώσει μια συγγένεια στενότερη από αυτή της διαλέκτου. Για παράδειγμα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ο όρος “το μακεδονικό ιδίωμα”, επειδή ο τρόπος που μιλιέται η ελληνική στη Μακεδονία είναι πολύ παραπλήσιος με αυτόν της ελληνικής κοινολέκτου, και διαφέρει σε λίγα μόνο σημεία, όπως στη χρήση των “με/σε/τον-την-το” αντί των “μου/σου/του-της-του” όταν πρόκειται για έμμεσο αντικείμενο, σε διαφορετική τονικότητα κατά την ομιλία, κλπ. Έτσι, κάποιοι γλωσσολόγοι αποφεύγουν να μιλούν για “μακεδονική διάλεκτο”, και αναφέρονται σε “μακεδονικό ιδίωμα”. Ας σημειωθεί όμως οτι η διάκριση μεταξύ διαλέκτου και ιδιώματος είναι αρκετά υποκειμενική, και άρα χωρίς επιστημονική βάση. Το πόσο μπορεί να διαφέρει μια τοπική “λαλιά” από μια άλλη είναι κάτι που μεταβάλλεται μέσα σε ένα ομαλό εύρος τιμών, και δεν υπάρχει αντικειμενικός τρόπος για να πούμε οτι «απ’ αυτήν την τιμή διαφοράς και πέρα πρόκειται για διαλέκτους», ενώ «για μικρότερες τιμές διαφοράς πρόκειται για ιδιώματα».

Ιδιόλεκτος

Ίσως να έχετε παρατηρήσει οτι κάποιος συγγενής ή φίλος-σας λέει κάτι που δεν το λέει κανείς άλλος φυσικός ομιλητής της γλώσσας. Μπορεί να είναι μια λέξη που τη χρησιμοποιεί με το δικό-του τρόπο, μια ιδιαίτερη συντακτική δομή, ή (σπανιώτερα) ένας άλλος τρόπος προφοράς (χωρίς ο ομιλητής να έχει πρόβλημα άρθρωσης). Ο συγγραφέας του παρόντος έχει κατά καιρούς παρατηρήσει τα ακόλουθα παραδείγματα:

  • Έλληνας ομιλητής λέει «σφήγκα», και εννοεί “σφήκα” (και προφανώς δεν εννοεί “Σφίγγα”, αυτή δηλαδή που είναι στη Γκίζα της Αιγύπτου· π.χ. λέει: «η σφήγκα με τσίμπησε»). Αυτό είναι ένα παράδειγμα απλής αντικατάστασης μιας λέξης (σφήκα, από το αρχαίο “σφηξ”) από άλλη που της μοιάζει ηχητικά (σφίγγα).

  • Άλλος ο οποίος λέει «Οκτώμβριος» αντί «Οκτώβριος». Κι αυτό είναι παρόμοιο με το παραπάνω παράδειγμα, γιατί η λέξη “Οκτώβριος” μοιάζει ηχητικά στην κατάληξη με τις “Σεπτέμβριος”, “Νοέμβριος”, και “Δεκέμβριος”.

  • Άλλος ο οποίος αρχίζει ολόκληρη πρόταση με το μόριο “δε”· λέει δηλαδή: «Δε ο Γιώργος...», εννοώντας «Ο δε Γιώργος...» ή «Ενώ ο Γιώργος...» Αυτό είναι ένα παράδειγμα συντακτικής ιδιαιτερότητας.

  • Άλλος ο οποίος προφέρει τα /λ/ και /ν/ που ακολουθούνται από /ι/ όχι σαν ουρανικά (κάτι που είναι “υποχρεωτικό” στην τυπική ελληνική), αλλά σαν μετα-οδοντικά (αγγλ.: alveolar), όπως δηλαδή στις αγγλικές λέξεις “lip” και “nip”. Αυτό είναι παράδειγμα φωνητικής ιδιαιτερότητας.

Θα μπορούσε κανείς να πει απλά οτι οι παραπάνω ομιλητές έκαναν λάθος. Μερικές φορές όμως δεν είναι ξεκάθαρο το αν ο ομιλητής είναι ο μοναδικός που κάνει το λάθος. Π.χ. η γραφή «σφήγκα» εμφανίστηκε πρόσφατα σε μετάφραση τίτλου λογοτεχνικού βιβλίου («Το κορίτσι στη φωλιά της σφήγκας»). Την προφορά /οκτόμβριοσ/ τη χρησιμοποιούν κάποιοι (λίγοι, αλλά όχι αμελητέοι σε αριθμό). Σε βάθος χρόνου θα μπορούσε να επικρατήσει η ιδιαιτερότητα (το “λάθος”) των λίγων, ή ακόμα και του σημερινού ενός, οπότε το λάθος να γίνει κανόνας. Μπορεί σήμερα το «σφήγκα» να ανήκει στην ιδιόλεκτο ορισμένων ομιλητών, αλλά αν μετά από 100 χρόνια λένε όλοι «σφήγκα» (και από τα συμφραζόμενα έπεται οτι εννοούν το έντομο, και όχι το Αιγυπτιακό αξιοθέατο), αυτή θα είναι η ελληνική λέξη, και η προέλευση από το αρχαίο (πλέον) “σφήκα” θα σημειώνεται μόνο στα λεξικά. Για τους λόγους αυτούς, ο ιδιαίτερος τρόπος με τον οποίο μιλάει ο κάθε φυσικός ομιλητής τη γλώσσα-του είναι άξιος προσοχής από γλωσσολογική άποψη, και τον λέμε ιδιόλεκτο.

Ο ρόλος της πολιτικής στον ορισμό γλώσσας και διαλέκτου

Παρά το οτι οι έννοιες “γλώσσα” και “διάλεκτος” στη γλωσσολογία γίνονται αντιληπτές όπως εξηγήθηκε παραπάνω, μερικές φορές η πολιτική σκοπιμότητα υπαγορεύει την εφαρμογή των εννοιών αυτών με διαφορετικό τρόπο στην πράξη. Παραδείγματος χάρη, μόνο στη γεωγραφική γειτονιά-μας επικρατεί το ακόλουθο “κομφούζιο”:

  • Τα σερβικά και τα κροατικά είναι ουσιαστικά μία γλώσσα, που ονομάζεται (στη γλωσσολογία) “σερβοκροατικά”. Όμως για πολιτικούς λόγους (επειδή Σερβία και Κροατία δεν διατηρούν τις καλύτερες των σχέσεων μεταξύ-τους), οι Σέρβοι ονομάζουν τη γλώσσα-τους “σερβικά”, και οι Κροάτες “κροατικά”.

  • Για τα σλαβομακεδονικά και τα βουλγαρικά εφαρμόζεται κάλλιστα ο ορισμός της διαλέκτου: οι μεν Βούλγαροι καταλαβαίνουν θαυμάσια τα σλαβομακεδονικά, οι δε Σλαβομακεδόνες καταλαβαίνουν θαυμάσια τα βουλγαρικά. Για πολιτικούς λόγους όμως, οι Σλαβομακεδόνες συνήθως δεν το παραδέχονται αυτό, ισχυριζόμενοι οτι μιλούν τάχα μια άλλη γλώσσα, και όχι μια βουλγαρική διάλεκτο.

  • Εμείς οι Έλληνες έχουμε πρόβλημα στο να παραδεχτούμε οτι η αρχαία ελληνική και η νέα ελληνική είναι δύο διαφορετικές γλώσσες. Ενώ υπάρχει αδιαμφισβήτητη συνέχεια μεταξύ των δύο γλωσσών — τόσο άριστα τεκμηριωμένη που κανείς σύγχρονος και λογικός γλωσσολόγος δεν αμφισβητεί το οτι η νέα ελληνική είναι απόγονος της αρχαίας ελληνικής — για λόγους εθνικής υπερηφάνειας οι περισσότεροι Έλληνες θεωρούν οτι πρόκειται για την ίδια γλώσσα: την ελληνική. Εντούτοις ο σημερινός μέσος Έλληνας (που δεν έχει φιλολογική παιδεία) αδυνατεί να καταλάβει κείμενα της αρχαίας, όπως Ηρόδοτο ή Θουκυδίδη (για να μη μιλήσουμε για Πλάτωνα ή Αριστοτέλη)· άρα, σύμφωνα με τον ορισμό, η αρχαία και η νέα ελληνική είναι δύο διαφορετικές γλώσσες (με σχέση βέβαια προγόνου–απογόνου).

  • Στην Τουρκία, μέχρι πριν από λίγα χρόνια, δεν αναγνωριζόταν η ύπαρξη όχι μόνο της κουρδικής γλώσσας, αλλά ούτε αυτή της εθνότητας των Κούρδων. Οι Κούρδοι ονομάζονταν “ορεινοί Τούρκοι”, και τα κουρδικά “ορεινά τουρκικά”, δηλαδή διάλεκτος της τουρκικής. Φυσικά, όχι μόνο είναι γλώσσα η κουρδική, αλλά και δεν έχει καμία σχέση με την τουρκική· η μεν κουρδική ανήκει στην Ινδοευρωπαϊκή υπεροικογένεια, η δε τουρκική στην οικογένεια των Τουρκογενών γλωσσών (που μερικοί τοποθετούν στην Αλταϊκή υπεροικογένεια).

Παρόμοια σύγχυση μεταξύ γλωσσών και διαλέκτων επικρατεί σε πάμπολλα άλλα μέρη του κόσμου.


Σχέση γλώσσας και νόησης

Η γλωσσολογία δεν είναι μια “αεροστεγής” επιστήμη, που να εξηγεί όλα τα φαινόμενα τα οποία εξετάζει χωρίς να χρειάζεται να ανατρέξει στη γνώση άλλων επιστημών, ή να αντλήσει πληροφορίες από άλλες επιστήμες. Συγκεκριμένα, η γλωσσολογία σχετίζεται άμεσα με τις επιστήμες που εξετάζουν τον ανθρώπινο νου: τη νοολογία (ή “γνωσιακή επιστήμη”), τη γνωσιακή ψυχολογία, και τη νευροβιολογία. Είναι φυσικό να υπάρχει τέτοια σχέση και εξάρτηση, καθώς η γλώσσα δημιουργήθηκε για την επικοινωνία μεταξύ νοήμονων όντων, επομένως η γλώσσα είναι ένα εργαλείο της νόησης, και σαν τέτοιο υπόκειται στους νόμους της νόησης — που ισχύουν ανεξάρτητα από τους γλωσσολογικούς νόμους.

Η αλληλεπίδραση της γλώσσας με τη νόηση φαίνεται σχεδόν σε όλους τους τομείς της γλωσσολογίας. Για παράδειγμα:

  • Στη φωνολογία, είδαμε οτι άλλα είναι τα ηχητικά σήματα που φτάνουν στ’ αυτιά-μας, και άλλα αντιλαμβάνεται ο εγκέφαλός μας. Θυμίζουμε ένα μόνο από τα πολλά παραδείγματα: στη φράση “τον πόνο”, οι ήχοι που φτάνουν στο αυτί του φυσικού ομιλητή είναι: /τομπόνο/, αλλά ο τελευταίος δεν “ακούει” το /μπ/ (δηλαδή ο εγκέφαλός του δεν αντιλαμβάνεται αυτό το σύμφωνο) αλλά νομίζει οτι ακούει /τονπόνο/ (που συμπίπτει με αυτό που γράφουμε). Αυτό το φαινόμενο, δηλαδή η μετατροπή ενός σήματος (του /μπ/ στο παράδειγμα) σε ένα άλλο (/νπ/) λόγω του περιβάλλοντος (αγγλ.: context) στο οποίο βρίσκεται το σήμα (στο παράδειγμα, το περιβάλλον είναι ολόκληρο το άρθρο+ουσιαστικό, “τον πόνο”) είναι συχνότατο στη νόηση· δεν περιορίζεται δηλαδή στη γλώσσα. Για παράδειγμα, στην όραση, ένα χρώμα μπορούμε να το δούμε διαφορετικά, εξαρτώμενο από τα χρώματα που το περιβάλλουν. Αυτό δείχνει το παρακάτω παράδειγμα:

         
         
         
     
         
         
         

    Τα δύο κεντρικά καφέ ορθογώνια, σε καθεμία από τις δύο χρωματιστές επιφάνειες, έχουν ακριβώς το ίδιο χρώμα. Όμως εκείνο που είναι στ’ αριστερά φαίνεται σκουρότερο από εκείνο στα δεξιά, γιατί το πρώτο βρίσκεται σε ένα περιβάλλον ανοιχτόχρωμων επιφανειών, ενώ το δεύτερο σε περιβάλλον σκουρόχρωμων. Το ανθρώπινο “μάτι” (δηλαδή ο οπτικός φλοιός του εγκεφάλου) δεν αντιλαμβάνεται το χρώμα “ως έχει” (όπως είναι στην πραγματικότητα), αλλά το “ρυθμίζει” ανάλογα με το περιβάλλον.

  • Στη μορφολογία, ας θεωρήσουμε το νόημα που παίρνει η κατάληξη -ε στα ρήματα “άλλαξε” και “πήδησε”, δεδομένων των δύο περιβαλλόντων:

    τότε λοιπόν, άλλαξε τα ρούχα-του και πήδησε από το παράθυρο
    τότε λοιπόν, άλλαξε τα ρούχα-σου και πήδησε από το παράθυρο

    Στη μεν πρώτη περίπτωση, τείνουμε να ερμηνεύσουμε τα “άλλαξε” και “πήδησε” σαν τρίτο πρόσωπο οριστικής αορίστου, ενώ στη δεύτερη περίπτωση σαν δεύτερο πρόσωπο προστακτικής. Όλο κι όλο που διαφέρουν οι παραπάνω προτάσεις είναι σε ένα γράμμα (ένα τ στην πρώτη έναντι ενός σ στη δεύτερη), όμως η νόησή μας διαμορφώνει ένα τελείως διαφορετικό νόημα στην κάθε περίπτωση. Μάλιστα, αν παραλείψουμε τα κτητικά “-του” και “-σου”, τότε παίρνουμε μια γνήσια διφορούμενη πρόταση: “τότε λοιπόν, άλλαξε τα ρούχα και πήδησε από το παράθυρο”.

  • Στο συντακτικό, το πώς θα αντιληφθούμε τη σύνταξη μιας πρότασης εξαρτάται από το νόημα των λέξεών της. Θεωρήστε τις εξής δύο προτάσεις:

    η βαθμολογία της ομάδας που υποβιβάστηκε
    η βαθμολογία της ομάδας που δημοσιεύτηκε

    Στην πρώτη πρόταση, αυτό που υποβιβάστηκε είναι προφανώς η ομάδα, αφού μόνο ομάδες υποβιβάζονται, όχι βαθμολογίες. Στη δεύτερη όμως πρόταση, αυτό που δημοσιεύτηκε πρέπει να είναι η βαθμολογία, αφού οι ομάδες δεν δημοσιεύονται. Έτσι, την πρώτη πρόταση την αντιλαμβανόμαστε με την εξής σύνταξη: [η βαθμολογία] [της ομάδας που υποβιβάστηκε], ενώ τη δεύτερη πρόταση την αντιλαμβανόμαστε με την εξής σύνταξη: [η βαθμολογία της ομάδας] [που δημοσιεύτηκε]. Το νόημα των λέξεων “υποβιβάστηκε” και “δημοσιεύτηκε” μας ωθεί σε διαφορετική συντακτική αντίληψη.

  • Τέλος το σημασιολογικό και το πραγματολογικό μέρος της γλώσσας αναφέρονται κατευθείαν στη νόηση, χωρίς την οποία δεν υφίστανται.

Τα παραπάνω παραδείγματα μας δείχνουν το πώς η νόηση επηρεάζει τη γλώσσα. Υπάρχουν όμως και κάποιες λίγες περιπτώσεις όπου η γλώσσα επηρεάζει τη νόηση. Παράδειγμα: ας υποθέσουμε οτι τηλεφωνείτε σε ένα φίλο-σας για να του πείτε οτι κάτι συνέβη και δεν μπορείτε να τον συναντήσετε στο σπίτι-του, όπως είχατε συμφωνήσει. Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Έλληνας ομιλητής θα πει:

Δεν μπορώ να έρθω στο σπίτι-σου

Θα χρησιμοποιήσει λοιπόν το ρήμα “έρχομαι”. Ο Ισπανός ομιλητής όμως θα πει:

No puedo ir a tu casa
Δεν μπορώ “υπάγειν”
(να πάω)
σε σου σπίτι

Βλέπουμε οτι ο Ισπανός θα χρησιμοποιήσει το ρήμα “πηγαίνω”. Αυτό γίνεται όχι μόνο στο παραπάνω παράδειγμα αλλά συστηματικά. Δηλαδή εκεί που ο Έλληνας λέει “έρχομαι”, ο Ισπανός λέει “πηγαίνω”, και αντιστρόφως· που σημαίνει οτι ο Έλληνας και ο Ισπανός ομιλητής αντιλαμβάνονται τη θέση του υποκειμένου στο χώρο με διαφορετικό τρόπο. Στο παράδειγμα, ο μεν Έλληνας τοποθετεί τον εαυτό-του (νοητά) στο σπίτι του φίλου-του, και άρα λέει οτι δεν μπορεί να έρθει στο σημείο εκείνο, ο δε Ισπανός τοποθετεί τον εαυτό-του στο μέρος όπου βρίσκεται τώρα, και άρα λέει οτι δεν μπορεί να πάει στο σημείο της συνάντησης. Η διαφορετική σκοπιά που παίρνουν οι δύο ομιλητές εξηγείται ως εξής: ο Έλληνας ακούει από την νηπιακή-του ηλικία παραδείγματα όπου το υποκείμενο που κινείται στο χώρο (ή που πρόκειται να κινηθεί, κλπ.) τοποθετείται στο ένα άκρο της κίνησης. Μαθαίνει επομένως να παίρνει την “ελληνική σκοπιά” για το πού βρίσκεται το υποκείμενο στο χώρο, την άποψη δηλαδή που του υπαγορεύει η ελληνική γλώσσα. Ο Ισπανός επίσης ακούει παραδείγματα στη γλώσσα-του, αλλά αυτά του υπαγορεύουν την αντίθετη σκοπιά από αυτή του Έλληνα. Άρα μαθαίνει να τοποθετεί αντίθετα το υποκείμενο στο χώρο (αντίθετα ως προς τον Έλληνα, αλλά σωστά για τον Ισπανό). Αυτό είναι ένα παράδειγμα όπου η γλώσσα καθορίζει το πώς αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο, δηλαδή καθορίζει τη νόηση. Ας σημειωθεί όμως οτι τέτοια παραδείγματα δεν υπάρχουν πολλά. Στην αμφίδρομη σχέση μεταξύ γλώσσας και νόησης υπάρχει ασυμμετρία, γιατί συνήθως είναι η νόηση που καθορίζει τη γλώσσα, και όχι το αντίθετο.

Συνειδητό και υποσυνείδητο

Παρ’ όλο που γενικά νομίζουμε οτι «σκεφτόμαστε πριν μιλήσουμε», δηλαδή οτι χρησιμοποιούμε το συνειδητό μέρος της νόησης για να εκφράσουμε με λέξεις τις σκέψεις-μας, εντούτοις η γλωσσική επεξεργασία που γίνεται υποσυνείδητα είναι τόσο πολλή, που το συνειδητό-της μέρος μοιάζει σαν την κορυφή του παγόβουνου (όπου ο κύριος όγκος του παγόβουνου είναι η υποσυνείδητη γλωσσική επεξεργασία). Όταν μιλάμε τη φυσική-μας γλώσσα, ή μια άλλη γλώσσα που γνωρίζουμε πολύ καλά, ουσιαστικά όλη η δουλειά για να παραχθούν οι λέξεις και φράσεις γίνεται υποσυνείδητα. Μόνο όταν μαθαίνουμε μια καινούρια γλώσσα, και βρισκόμαστε στα πρώτα στάδια εκμάθησής της, αντιλαμβανόμαστε το πόση συνειδητή προσπάθεια χρειάζεται για να εντοπίσουμε τις σωστές λέξεις και να τις βάλουμε σε μια σειρά που πιστεύουμε οτι είναι σωστή.

Το οτι η γλωσσική επεξεργασία γίνεται κυρίως υποσυνείδητα
είναι και ο λόγος για τον οποίο οι γλωσσολογικοί κανόνες
είναι υπεράνω της βούλησης των ατόμων.

Παράδειγμα: μπορεί μια παρέα μερικών φίλων που αρέσκονται να παίζουν με τους γλωσσολογικούς κανόνες ν’ αποφασίσουν οτι θα χρησιμοποιούν μια νέα σύνταξη στην ελληνική γλώσσα. Συγκεκριμένα, αντί να λένε: «γύρισα στο σπίτι-μου», να λένε: «γύρισα μου στο σπίτι»· αντί: «δώσ’-του τη χθεσινή εφημερίδα-σου» να λένε: «του δώσε σου τη χθεσινή εφημερίδα»· να βάζουν δηλαδή την κτητική αντωνυμία πριν από την ουσιαστική φράση ή το ρήμα. Ένα τέτοιο παιχνίδι θα έχει το εξής αποτέλεσμα: στην αρχή, οι φίλοι θα κάνουν πολύ μεγάλη συνειδητή προσπάθεια να μιλούν σύμφωνα με το νέο κανόνα χωρίς να κάνουν λάθη, γιατί επειδή η γλωσσική επεξεργασία γίνεται υποσυνείδητα, το υποσυνείδητο “κερδίζει” έναντι του συνειδητού, και οι φίλοι χρειάζονται να ξοδεύουν πολύ χρόνο για να μπορέσει το συνειδητό να υπερισχύσει. Μετά από αρκετό καιρό, χάρη στις επαναλήψεις και στην τριβή-τους με το νέο κανόνα, οι φίλοι θα μπορέσουν να περάσουν σταδιακά τον κανόνα αυτόν στο υποσυνείδητο, οπότε θα μπορούν να τον χρησιμοποιούν χωρίς ιδιαίτερο κόπο. Ο νέος τρόπος ομιλίας όμως, βρισκόμενος τώρα στο υποσυνείδητο, θα κάνει “παρεμβολές” και θα τους εμποδίζει να μιλούν σωστά και με ευχέρεια με όλους τους υπόλοιπους ομιλητές που δεν συμμετείχαν στο παιχνίδι-τους. Σύντομα οι φίλοι θα εγκαταλείψουν το παιχνίδι αυτό, βρίσκοντας οτι τους προξενεί περισσότερα προβλήματα παρά ευχαρίστηση.

Το παραπάνω παράδειγμα δόθηκε για να τονιστεί το πόσο δύσκολο είναι να υπερισχύσει το συνειδητό στο υποσυνείδητο. Εξαιτίας αυτού του γεγονότος οι διάφορες γλώσσες εξελίσσονται και αλλάζουν από μόνες-τους, χωρίς και παρά τη θέληση των ομιλητών-τους. Πολύ σπάνια μόνο, κάποιες αλλαγές μπορούν να επιβληθούν “εκ των άνω”, και αυτό έχει συμβεί σε ολοκληρωτικά καθεστώτα.(*)


Σημειώσεις:

(^) Ο Τσόμσκι είναι επίσης φιλόσοφος, νοολόγος, και πολιτικός ακτιβιστής. Στην Ελλάδα μας είναι περισσότερο γνωστός για την πολιτική-του δραστηριότητα και τα άρθρα-του με πολιτικό περιεχόμενο, παρά για την τεράστια συνεισφορά-του στην επιστήμη. Πάντως αν υπήρχε “Νόμπελ γλωσσολογίας”, ο Τσόμσκι είναι ο πρώτος στον οποίο θα έπρεπε να απονεμηθεί. Συγκαταλέγεται ανάμεσα στους δέκα συγγραφείς που αναφέρονται περισσότερο απ’ όλους στις ανθρωπιστικές επιστήμες, μπροστά από τους Χέγκελ και Κικέρωνα, και έπεται μόνο των Μαρξ, Λένιν, Σαίξπηρ, Αριστοτέλη, Πλάτωνα, και Φρόυντ, ενώ σήμερα (2012) είναι ο μόνος ζωντανός από αυτούς (βλ. Στήβεν Πίνκερ, «Το γλωσσικό ένστικτο», σ. 27).

(^) Πώς γίνεται οι λύκοι να αναθρέψουν ένα μωρό αντί να το φάνε; Όταν η λύκαινα συμβεί να έχει χάσει μόλις τα μικρά-της (π.χ. από ασθένεια, από έλλειψη τροφής, κλπ.), τότε αν βρει ένα μωρό δεν το βλέπει σαν τροφή, αλλά σαν αντικαταστάτη των μικρών-της. Είναι γνωστό άλλωστε οτι οι σκύλοι βλέπουν εμάς τους ανθρώπους σαν κυρίαρχα άτομα του δικού-τους είδους. Αυτές οι ιστορίες δείχνουν οτι ο αρχαίος μύθος για το Ρώμο και το Ρωμύλο (υποτιθέμενους ιδρυτές της Ρώμης που ανατράφηκαν από λύκαινα), ίσως είχε κάποια βάση σε πραγματικό περιστατικό της αρχαίας εποχής.

(^) Πώς γίνεται να έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά η γλώσσα του περιβάλλοντος εφόσον όταν πρωτοδημιουργήθηκε θα πρέπει να είχε κ’ εκείνη τα χαρακτηριστικά μιας κρεολής γλώσσας; Γίνεται γιατί οι γλώσσες εξελίσσονται, και αλλάζουν δραστικά με την πάροδο του χρόνου — δείτε την επόμενη ενότητα. Επίσης, το οτι σε απουσία κανονικής φυσικής γλώσσας ο εγκέφαλος σχεδιάζει μια γλώσσα με τα χαρακτηριστικά των κρεολών δεν έρχεται σε αντίφαση με το οτι παιδιά που μεγάλωσαν μόνα-τους π.χ. στη ζούγκλα, ή με τη βοήθεια ζώων, χάνουν την ικανότητα να αναπτύξουν τη γλωσσική-τους ικανότητα; Όχι, δεν υπάρχει αντίφαση, γιατί η δημιουργία κρεολών προϋποθέτει μια στοιχειώδη έστω μορφή επικοινωνίας (αργκό, πίτζιν), και κυρίως, την ύπαρξη μιας κοινότητας ανθρώπων (π.χ. νηπίων) που επιθυμούν να επικοινωνήσουν μεταξύ-τους.

(^) Ποιος είναι ο “κανόνας” που υπαγορεύει το πότε λέμε «με» και πότε «μου» στα “Αθηναϊκά ελληνικά”, ή κοινόλεκτο, όπως αναφέρεται αμέσως παρακάτω στο κυρίως κείμενο; Ο αναγνώστης θα μπορούσε να το σκεφτεί λίγο πριν δει την απάντηση, που δίνεται αμέσως τώρα: το «με» το λέμε όταν έχουμε να κάνουμε με άμεσο αντικείμενο, π.χ.: «με κάλεσε στο σπίτι-του»· ποιον κάλεσε; εμένα, το άμεσο αντικείμενο του ρήματος «κάλεσε», και τα άμεσα αντικείμενα συντάσσονται με αιτιατική («με»). Αντίθετα, το «μου» το λέμε όταν έχουμε έμμεσο αντικείμενο, π.χ.: «μου έδωσε την κιθάρα»· εδώ το άμεσο αντικείμενο του ρήματος «έδωσε» είναι το «κιθάρα» (που βέβαια είναι στην αιτιατική), ενώ αυτός που πήρε την κιθάρα (εγώ), είναι το έμμεσο αντικείμενο, και έμμεσα αντικείμενα συντάσσονται με γενική («μου») στη νεοελληνική (και με δοτική στην αρχαία ελληνική: «ἔδωκέ μοι τὴν κιθάραν»).

(^) Ας σημειώσουμε και ένα “ελαφρυντικό”: στην πολύ αρχαία ελληνική υπήρχε και ο τύπος του δυϊκού αριθμού, το “νώ”, που σήμαινε “εμείς οι δύο”. Ο τύπος αυτός εμφανίζεται μόνο μια φορά στην Ιλιάδα (ραψωδία Ε), και μια στην Οδύσσεια (ραψωδία Ο), αλλά δεν εμφανίζεται ούτε στον Ηρόδοτο, ούτε στον Πλάτωνα, ούτε βέβαια σε μεταγενέστερα έργα.

(^) Γιατί η απαρχή της γλώσσας τοποθετείται τουλάχιστον γύρω στα 80.000 χρόνια πριν; Γιατί περίπου 80.000 με 70.000 χρόνια πριν κάποιοι πρόγονοί μας έφυγαν από την Αφρική διαπλέοντας το στενό του Μπαμπ-ελ-Μαντέμπ, και φτάνοντας στην Αραβική χερσόνησο. Επίσης γύρω στα 65.000–60.000 χρόνια πριν διέπλευσαν τη θάλασσα του Τιμόρ και έφτασαν στην Αυστραλία. Αυτά τα θαλασσινά ταξίδια, που θα πρέπει να έγιναν με σχεδίες, απαιτούν τη συντονισμένη εργασία μιας ομάδας ατόμων, συντονισμός που είναι πολύ αμφίβολο αν μπορεί να γίνει χωρίς τη χρήση στοιχειώδους γλώσσας. Επίσης, γύρω στα 60.000 χρόνια πριν έγινε το “μεγάλο πολιτισμικό άλμα προς τα εμπρός”, όταν παρουσιάστηκαν τα πρώτα εξελιγμένα εργαλεία και τα πρώτα στολίδια της κεφαλής και του σώματος· αυτά τα νοητικά κατορθώματα είναι μάλλον απίθανο να έγιναν χωρίς τη χρήση γλώσσας. Τα θέματα αυτά εξετάζονται διεξοδικά στο μάθημα Β5 (Εξέλιξη Ανθρώπου & Κοινωνιών).

(^) Η Καταλωνία (όπου μιλιούνται τα καταλανικά) είναι περιοχή της Ισπανίας με πρωτεύουσα τη Βαρκελώνη. Τα τυπικά (“καστιλιανά”) ισπανικά μιλιούνται — μεταξύ άλλων — στη Μαδρίτη.

(^) Χαρακτηριστικό τέτοιο παράδειγμα — και γνωστό σε αρκετούς Έλληνες — είναι η εισαγωγή σερβικών λέξεων στη σλαβομακεδονική διάλεκτο της βουλγαρικής. Αυτό έγινε την εποχή της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας, όταν το ολοκληρωτικό (“σοσιαλιστικό”) καθεστώς της τελευταίας θέλησε να προσδώσει χαρακτήρα εθνότητας στους Βούλγαρους της νότιας Γιουγκοσλαβίας — και το πέτυχε — ονομάζοντάς τους “Μακεδόνες”. Ένα από τά κύρια μέσα που χρησιμοποιήθηκαν τότε ήταν η “εκ των άνω” διαφοροποίηση της διαλέκτου των Βουλγάρων της νότιας Γιουγκοσλαβίας από την κοινή βουλγαρική. Αυτό είναι ένα ακόμη παράδειγμα του πώς η πολιτική μπορεί κάποτε να επηρεάσει τη γλώσσα.


Πίσω στη γενική σελίδα του Διαδικτυακού Επιστημονικού Πανεπιστημίου