Regular Modern Greek Verbs

This page is part of a more general, learner-oriented page on Greek verbs (modern and ancient), which in turn is part of the author’s pages on the grammar of the Greek language.

As mentioned in the general information on Greek verbs, there are various patterns, and sub-patterns (and maybe even sub-sub-patterns) of regular Modern Greek verbs. The only reason a verb is called “regular” is precisely because it belongs to such patterns; when it is alone, in a category by itself, it is called an irregular (visit this page to see modern Greek irregular verbs). Grammarians accept probably only two patterns of verbs in Modern Greek: the contracted and uncontracted ones. This page, being learner-oriented, makes much finer distinctions, recognizing the fact that it is not immediately obvious to the learner what the proper pattern of a verb is, given one grammatical form of it only. Thus, the patterns shown here are the following (the period . stands for “any letter” [usually a consonant]).

1. Uncontracted Verbs: -ω, -α || -.ω, -.α
1.1 -ω, -α || -σω, -σα
1.2 -ω, -α || -ξω, -ξα
1.3 -ω, -α || -ψω, -ψα
2. Contracted Verbs: -ώ/-άω, -ούσα || -.σω, -.σα
2.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άσω, -ασα
2.1.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άξω, -αξα
2.2 -ώ/-άω, -ούσα || -έσω, -εσα
2.3 -ώ/-άω, -ούσα || -ήσω, -ησα
2.3.1 -ώ/-άω, -ούσα || -ήξω, -ηξα
3. Middle-voice-only Verbs: -.μαι, -.μουν || -.ώ, -.ηκα
3.1 -.μαι, -.μουν || -θώ, -θηκα
3.2 -ομαι, -όμουν || -τώ, -τηκα
3.3 -ομαι, -όμουν || irregular

An example is given for each of the above patterns, with all the forms of the verb in the 1st person summarized in a table, exactly as in the main page on verbs. Underneath the table are listed a number of other verbs that follow the same pattern. These verbs are taken from the list of the 1000 most common Greek verbs. (For information on how this list was obtained, see this footnote.) Each verb is given in the following form:

English meaning active
|| active
|| subjunctive
||| passive/mid.
||| present
|| passive/mid.
|| subjunctive
|| passive/mid.
|| participle
loosen, solve λύνω έλυνα || λύσω έλυσα ||| λύνομαι λυνόμουν || λυθώ λύθηκα || λυμένο

If multiple forms are listed in a single entry, they are listed by order of decreasing frequency of occurrence in actual usage. Further in this page, grey color indicates very rare forms (used less than 10% of the time). A few occasional exceptional forms (such that the form does not agree with its pattern, but not such that the verb as a whole qualifies as irregular), are marked in red color.

1. Uncontracted Verbs: -ω, -α || -.ω, -.α

These verbs form by far the largest category among the regular verbs in Modern Greek. They form three main sub-patterns, according to whether their subjunctive and past stems end in -σ-, -ξ-, or -ψ-.

1.1 -ω, -α || -σω, -σα

1.1.1 -άζω, -αζα || -άσω, -ασα
1.1.2 -έζω, -εζα || -έσω, -εσα
1.1.3 -ίζω, -ιζα || -ίσω, -ισα -ύζω, -υζα || -ύσω, -υσα

1.1.4 -όζω, -οζα || -όσω, -οσα
1.1.5 -θω, -θα || -σω, -σα
1.1.6 -νω, -να || -σω, -σα -άνω, -ανα || -άσω, -ασα -είνω, -εινα || -είσω, -εισα -ήνω, -ηνα || -ήσω, -ησα -ύνω, -υνα || -ύσω, -υσα -ώνω, -ωνα || -ώσω, -ωσα

1.1.7 -τω, -τα || -σω, -σα
1.1.8 -έω, -εα || -έσω, -εσα
1.1.9 -είω, -εια || -είσω, -εισα
1.1.10 -ούω, -ουα || -ούσω, -ουσα
1.1.11 -ύω, -υα || -ύσω, -υσα
1.1.12 -αύω, -αυα || -αύσω, -αυσα
1.1.13 -εύω, -ευα || -εύσω, -ευσα

Sample verb: define: ορίζω, όριζα || ορίσω, όρισα ||| ορίζομαι οριζόμουν || οριστώ, ορίστηκα || ορισμένο

Active Voice
stem -οριζ- stem -ορισ-
Present ορίζω I define / am defining      
Imperfect όριζα I was defining / used to define Past όρισα I defined
Future Progressive θα ορίζω I will be defining Future θα ορίσω I will define
Subjunctive Progressive να ορίζω to be defining Subjunctive να ορίσω to define
Conditional Progressive θα όριζα I would define / be defining Judgment [μάλλον] θα όρισα I [possibly] defined
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να όριζα [I wish] I could define Assumption [πρέπει] να όρισα I [must] have defined
Imperative Progressive όριζε! get defining! Imperative όρισε! define!
      Present Perfect έχω ορίσει I have defined
      Pluperfect είχα ορίσει I had defined
      Future Perfect θα έχω ορίσει I will have defined
      Conditional Perfect θα είχα ορίσει I would have defined
Present Participle ορίζοντας defining      
Passive Voice
stem -οριζ- stem -οριστ-
Present ορίζομαι I am [being] defined      
Imperfect οριζόμουν I was being defined Past ορίστηκα I was defined
Future Progressive θα ορίζομαι I will be being defined Future θα οριστώ I will be defined
Subjunctive Progressive να ορίζομαι to be being defined Subjunctive να οριστώ to be defined
Conditional Progressive θα οριζόμουν I would be defined Judgment [μάλλον] θα ορίστηκα I [possibly] am defined
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να οριζόμουν [I wish] I could be defined Assumption [πρέπει] να ορίστηκα I [must] have been defined
Imperative Progressive να ορίζεσαι! [start] being defined! Imperative να οριστείς! be defined!
      Present Perfect έχω οριστεί I have been defined
      Pluperfect είχα οριστεί I had been defined
      Future Perfect θα έχω οριστεί I will have been defined
      Conditional Perfect θα είχα οριστεί I would have been defined
      Past Participle ορισμένο, -νη, -νος defined (also: “a certain”)
Middle Voice stem -ορισ-
Present ορίζομαι I define myself Imperative Middle ορίσου! define yourself!

Further Examples:

1.1.1 -άζω, -αζα || -άσω, -ασα

buy αγοράζω αγόραζα αγοράσω αγόρασα αγοράζομαι αγοραζόμουν αγοραστώ αγοράστηκα αγορασμένο
read διαβάζω διάβαζα διαβάσω διάβασα διαβάζομαι διαβαζόμουν διαβαστώ διαβάστηκα διαβασμένο
express εκφράζω εξέφραζα εκφράσω εξέφρασα εφράζομαι εκφραζόμουν εκφραστώ εκφράστηκα εκφρασμένο
examine εξετάζω εξέταζα εξετάσω εξέτασα εξετάζομαι εξεταζόμουν εξεταστώ εξετάστηκα εξετασμένο
influence επηρεάζω επηρέαζα επηρεάσω επηρέασα επηρεάζομαι επηρεαζόμουν επηρεαστώ επηρεάστηκα επηρεασμένο
present παρουσιάζω παρουσίαζα παρουσιάσω παρουσίασα παρουσιάζομαι παρουσιαζόμουν παρουσιαστώ παρουσιάστηκα παρουσιασμένο

1.1.2 -έζω, -εζα || -έσω, -εσα

press πιέζω πίεζα πιέσω πίεσα πιέζομαι πιεζόμουν πιεστώ πιέστηκα πιεσμένο

1.1.3 -ίζω, -ιζα || -ίσω, -ισα

recognize αναγνωρίζω αναγνώριζα αναγνωρίσω αναγνώρισα αναγνωρίζομαι αναγνωριζόμουν αναγνωριστώ αναγνωρίστηκα αναγνωρισμένο
confront αντιμετωπίζω αντιμετώπιζα αντιμετωπίσω αντιμετώπισα αντιμετωπίζομαι αντιμετωπιζόμουν αντιμετωπιστώ αντιμετωπίστηκα αντιμετωπισμένο
deserve αξίζω άξιζα -- άξισα -- -- -- -- --
decide αποφασίζω αποφάσιζα αποφασίσω αποφάσισα αποφασίζομαι αποφασιζόμουν αποφασιστώ αποφασίστηκα αποφασισμένο
start αρχίζω άρχιζα αρχίσω άρχισα -- -- -- -- αρχινισμένο
know γνωρίζω γνώριζα γνωρίσω γνώρισα γνωρίζομαι γνωριζόμουν γνωριστώ γνωρίστηκα γνωρισμένο
turn γυρίζω γύριζα γυρίσω γύρισα γυρίζομαι γυριζόμουν γυριστώ γυρίστηκα γυρισμένο
develop εμφανίζω εμφάνιζα εμφανίσω εμφάνισα εμφανίζομαι εμφανιζόμουν εμφανιστώ εμφανίστηκα εμφανισμένο
secure; ensure εξασφαλίζω εξασφάλιζα εξασφαλίσω εξασφάλισα εξασφαλίζομαι εξασφαλιζόμουν εξασφαλιστώ εξασφαλίστηκα εξασφαλισμένο
determine καθορίζω καθόριζα καθορίσω καθόρισα καθορίζομαι καθοριζόμουν καθοριστώ καθορίστηκα καθορισμένο
gain, win κερδίζω κέρδιζα κερδίσω κέρδισα κερδίζομαι κερδιζόμουν κερδηθώ κερδήθηκα κερδισμένο
reckon, think νομίζω νόμιζα νομίσω νόμισα νομίζομαι νομιζόμουν νομιστώ νομίστηκα νομισμένο
define; limit ορίζω όριζα ορίσω όρισα ορίζομαι οριζόμουν οριστώ ορίστηκα ορισμένο
confine περιορίζω περιόριζα περιορίσω περιόρισα περιορίζομαι περιοριζόμουν περιοριστώ περιορίστηκα περιορισμένο
continue συνεχίζω συνέχιζα συνεχίσω συνέχισα συνεχίζομαι συνεχιζόμουν συνεχιστώ συνεχίστηκα συνεχισμένο
τονίζω τόνιζα τονίσω τόνισα τονίζομαι τονιζόμουν τονιστώ τονίστηκα τονισμένο
characterize χαρακτηρίζω χαρακτήριζα χαρακτηρίσω χαρακτήρισα χαρακτηρίζομαι χαρακτηριζόμουν χαρακτηριστώ χαρακτηρίστηκα χαρακτηρισμένο
            -ύζω, -υζα || -ύσω, -υσα

shed tears δακρύζω δάκρυζα δακρύσω δάκρυσα -- -- -- -- δακρυσμένο

1.1.4 -όζω, -οζα || -όσω, -οσα

apply εφαρμόζω εφάρμοζα εφαρμόσω εφάρμοσα εφαρμόζομαι εφαρμοζόμουν εφαρμοστώ εφαρμόστηκα εφαρμοσμένο

1.1.5 -θω, -θα || -σω, -σα

feel νιώθω ένιωθα νιώσω ένιωσα νιώθομαι νιωθόμουν -- -- --
persuade πείθω έπειθα πείσω έπεισα πείθομαι πειθόμουν πειστώ πείστηκα πεπεισμένος / πεισμένος

1.1.6 -νω, -να || -σω, -σα

 -άνω, -ανα || -άσω, -ασα
increase αυξάνω αύξανα αυξήσω αύξησα αυξάνομαι αυξανόμουν αυξηθώ αυξήθηκα αυξημένο
touch; catch πιάνω έπιανα πιάσω έπιασα πιάνομαι πιανόμουν πιαστώ πιάστηκα πιασμένο
reach φτάνω έφτανα φτάσω έφτασα φτάνομαι φτανόμουν φταστώ φτάστηκα φτασμένο
lose, miss χάνω έχανα χάσω έχασα χάνομαι χανόμουν χαθώ χάθηκα χαμένο
           -είνω, -εινα || -είσω, -εισα
close κλείνω έκλεινα κλείσω έκλεισα κλείνομαι κλεινόμουν κλειστώ κλείστηκα κλεισμένο
           -ήνω, -ηνα || -ήσω, -ησα
let, release αφήνω άφηνα αφήσω άφησα αφήνομαι αφηνόμουν αφεθώ αφέθηκα αφημένο
delete, erase σβήνω έσβηνα σβήσω έσβησα σβήνομαι σβηνόμουν σβηστώ σβήστηκα σβησμένο
           -ύνω, -υνα || -ύσω, -υσα
loosen, solve λύνω έλυνα λύσω έλυσα λύνομαι λυνόμουν λυθώ λύθηκα λυμένο
spit φτύνω έφτυνα φτύσω έφτυσα φτύνομαι φτυνόμουν φτυστώ φτύστηκα φτυσμένο /
pour; spill χύνω έχυνα χύσω έχυσα χύνομαι χυνόμουν χυθώ χύθηκα χυμένο
           -ώνω, -ωνα || -ώσω, -ωσα
stir, meddle ανακατώνω ανακάτωνα ανακατώσω ανακάτωσα ανακατώνομαι ανακατωνόμουν ανακατωθώ ανακατώθηκα ανακατωμένο
announce ανακοινώνω ανακοίνωνα ανακοινώσω ανακοίνωσα ανακοινώνομαι ανακοινωνόμουν ανακοινωθώ ανακοινώθηκα ανακοινωμένο
spread, lay απλώνω άπλωνα απλώσω άπλωσα απλώνομαι απλωνόμουν απλωθώ απλώθηκα απλωμένο
state δηλώνω δήλωνα δηλώσω δήλωσα δηλώνομαι δηλωνόμουν δηλωθώ δηλώθηκα δηλωμένο
shape, mold διαμορφώνω διαμόρφωνα διαμορφώσω διαμόρφωσα διαμορφώνομαι διαμορφωνόμουν διαμορφωθώ διαμορφώθηκα διαμορφωμένο
realize διαπιστώνω διαπίστωνα διαπιστώσω διαπίστωσα διαπιστώνομαι διαπιστωνόμουν διαπιστωθώ διαπιστώθηκα διαπιστωμένο
εκδηλώνω εκδήλωνα /
εκδηλώσω εκδήλωσα /
εκδηλώνομαι εκδηλωνόμουν εκδηλωθώ εκδηλώθηκα εκδηλωμένο
join, unite ενώνω ένωνα ενώσω ένωσα ενώνομαι ενωνόμουν ενωθώ ενώθηκα ενωμένο
decrease μειώνω μείωνα μειώσω μείωσα μειώνομαι μειωνόμουν μειωθώ μειώθηκα μειωμένο
ολοκληρώνω ολοκλήρωνα ολοκληρώσω ολοκλήρωσα ολοκληρώνομαι ολοκληρωνόμουν ολοκληρωθώ ολοκληρώθηκα ολοκληρωμένο
organize οργανώνω οργάνωνα οργανώσω οργάνωσα οργανώνομαι οργανωνόμουν οργανωθώ οργανώθηκα οργανωμένο
pay πληρώνω πλήρωνα πληρώσω πλήρωσα πληρώνομαι πληρωνόμουν πληρωθώ πληρώθηκα πληρωμένο
lift; rise σηκώνω σήκωνα σηκώσω σήκωσα σηκώνομαι σηκωνόμουν σηκωθώ σηκώθηκα σηκωμένο
note σημειώνω σημείωνα σημειώσω σημείωσα σημειώνομαι σημειωνόμουν σημειωθώ σημειώθηκα σημειωμένο
accumulate συγκεντρώνω συγκέντρωνα συγκεντρώσω συγκέντρωσα συγκεντρώνομαι συγκεντρωνόμουν συγκεντρωθώ συγκεντρώθηκα συγκεντρωμένο
finish τελειώνω τελείωνα τελειώσω τελείωσα / τέλειωσα τελειώνομαι τελειωνόμουν τελειωθώ τελειώθηκα τελειωμένο
compel; oblige υποχρεώνω υποχρέωνα υποχρεώσω υποχρέωσα υποχρεώνομαι υποχρεωνόμουν υποχρεωθώ υποχρεώθηκα υποχρεωμένο
squeeze in; tuck χώνω έχωνα χώσω έχωσα χώνομαι χωνόμουν χωθώ χώθηκα χωμένο

1.1.7 -τω, -τα || -σω, -σα

provide διαθέτω διέθετα διαθέσω διέθεσα διατίθεμαι / διαθέτομαι διατιθόμουν διατεθώ διατέθηκα διατεθημένο
place θέτω έθετα θέσω έθεσα τίθεμαι / θέτομαι τιθόμουν τεθώ τέθηκα --
lay down
καταθέτω κατάθετα καταθέσω κατάθεσα κατατίθεμαι / καταθέτομαι κατατιθόμουν κατατεθώ κατατέθηκα κατατεθημένο
add προσθέτω πρόσθετα /
προσθέσω πρόσθεσα /
προστίθεμαι / προσθέτομαι προστιθόμουν προστεθώ προστέθηκα προστεθημένο

1.1.8 -έω, -εα || -έσω, -εσα

breathe αναπνέω ανέπνεα αναπνεύσω ανέπνευσα -- -- -- -- --
blow (air) πνέω έπνεα πνεύσω έπνευσα -- -- -- -- --
connect συνδέω συνέδεα συνδέσω συνέδεσα συνδέομαι συνδεόμουν συνδεθώ συνδέθηκα συνδεμένο

1.1.9 -είω, -εια || -είσω, -εισα

exclude, block αποκλείω απέκλεια αποκλείσω απέκλεισα αποκλείομαι αποκλειόμουν αποκλειστώ αποκλείστηκα αποκλεισμένο
surround περικλείω περιέκλεια περικλείσω περιέκλεισα περικλείομαι περικλειόμουν περικλειστώ περικλείστηκα περικλεισμένο

1.1.10 -ούω, -ουα || -ούσω, -ουσα

hear, listen ακούω άκουγα / άκουα ακούσω άκουσα ακούγομαι ακουγόμουν ακουστώ ακούστηκα ακουσμένο

1.1.11 -ύω, -υα || -ύσω, -υσα

be valid, hold ισχύω ίσχυα ισχύσω ίσχυσα -- -- -- -- --
enforce ενισχύω ενίσχυα ενισχύσω ενίσχυσα ενισχύομαι ενισχυόμουν ενισχυθώ ενισχύθηκα ενισχυμένο
sue μηνύω εμήνυα μηνύσω εμήνυσα μηνύομαι μηνυόμουν μηνυθώ μηνύθηκα μηνυμένο

1.1.12 -αύω, -αυα || -αύσω, -αυσα

dismiss, fire
παύω έπαυα παύσω έπαυσα παύομαι παυόμουν παυθώ παύθηκα παυμένο

1.1.13 -εύω, -ευα || -εύσω, -ευσα

represent, stand for αντιπροσω-
απαγορεύω απαγόρευα απαγορεύσω απαγόρευσα απαγορεύομαι απαγορευόμουν απαγορευτώ απαγορεύτηκα απαγορευμένο

1.2 -ω, -α || -ξω, -ξα

1.2.1 -γω, -γα || -ξω, -ξα
1.2.2 -ζω, -ζα || -ξω, -ξα
1.2.3 -κω, -κα || -ξω, -ξα
1.2.4 -νω, -να || -ξω, -ξα
1.2.5 -σσω, -σσα || -ξω, -ξα
1.2.6 -χω, -χα || -ξω, -ξα

Sample verb: open: ανοίγω, άνοιγα || ανοίξω, άνοιξα ||| ανοίγομαι ανοιγόμουν || ανοιχτώ, ανοίχτηκα || ανοιγμένο

Active Voice
stem -ανοιγ- stem -ανοιξ-
Present ανοίγω I open / am opening      
Imperfect άνοιγα I was opening / used to open Past άνοιξα I opened
Future Progressive θα ανοίγω I will be opening Future θα ανοίξω I will open
Subjunctive Progressive να ανοίγω to be opening Subjunctive να ανοίξω to open
Conditional Progressive θα άνοιγα I would open / be opening Judgment [μάλλον] θα άνοιξα I [possibly] opened
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να άνοιγα [I wish] I could open Assumption [πρέπει] να άνοιξα I [must] have opened
Imperative Progressive άνοιγε! get opening! Imperative άνοιξε! open!
      Present Perfect έχω ανοίξει I have opened
      Pluperfect είχα ανοίξει I had opened
      Future Perfect θα έχω ανοίξει I will have opened
      Conditional Perfect θα είχα ανοίξει I would have opened
Present Participle ανοίγοντας opening      
Passive Voice
stem -ανοιγ- stem -ανοιχτ-
Present ανοίγομαι I am [being] opened      
Imperfect ανοιγόμουν I was being opened Past ανοίχτηκα I was opened
Future Progressive θα ανοίγομαι I will be being opened Future θα ανοιχτώ I will be opened
Subjunctive Progressive να ανοίγομαι to be being opened Subjunctive να ανοιχτώ to be opened
Conditional Progressive θα ανοιγόμουν I would be opened Judgment [μάλλον] θα ανοίχτηκα I [possibly] am opened
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να ανοιγόμουν [I wish] I could be opened Assumption [πρέπει] να ανοίχτηκα I [must] have been opened
Imperative Progressive να ανοίγεσαι! [start] being opened! Imperative να ανοιχτείς! be opened!
      Present Perfect έχω ανοιχτεί I have been opened
      Pluperfect είχα ανοιχτεί I had been opened
      Future Perfect θα έχω ανοιχτεί I will have been opened
      Conditional Perfect θα είχα ανοιχτεί I would have been opened
Past Participle ανοιγμένο, -νη, -νος opened      
Middle Voice stem -ανοιξ-
Present ανοίγομαι I create space between
myself and others;
I invest more than I should
Imperative Middle ανοίξου! create space between
yourself and others!
(usu. in sports)

Note that the past participle of these verbs is formed by the left-side stem (-ανοιγ-) + -μένο / -μένη / -μένος.

Further Examples:

1.2.1 -γω, -γα || -ξω, -ξα

open ανοίγω άνοιγα ανοίξω άνοιξα ανοίγομαι ανοιγόμουν ανοιχτώ ανοίχτηκα ανοιγμένο
choose, select επιλέγω επέλεγα επιλέξω επέλεξα επιλέγομαι επιλεγόμουν επιλεχτώ / επιλεγώ επιλέχτηκα / επελέγην επιλεγμένο
end up, conclude καταλήγω κατάληγα / κατέληγα καταλήξω κατάληξα / κατέληξα καταλήγομαι καταληγόμουν καταληχτώ καταλήχτηκα καταληγμένο

1.2.2 -ζω, -ζα || -ξω, -ξα

change αλλάζω άλλαζα αλλάξω άλλαξα αλλάζομαι αλλαζόμουν αλλαχτώ αλλάχτηκα αλλαγμένο
command διατάζω διέταζα διατάξω διέταξα / διάταξα διατάζομαι διαταζόμουν διαταχτώ διατάχτηκα διαταγμένο
look κοιτάζω κοίταζα κοιτάξω κοίταξα κοιτάζομαι κοιταζόμουν κοιταχτώ κοιτάχτηκα κοιταγμένο
play παίζω έπαιζα παίξω έπαιξα παίζομαι παιζόμουν παιχτώ παίχτηκα παιγμένο
swell πρήζω έπρηζα πρήξω έπρηξα πρήζομαι πρηζόμουν πρηχτώ πρήχτηκα πρησμένο
support στηρίζω στήριζα στηρίξω στήριξα στηρίζομαι στηριζόμουν στηριχτώ στηρίχτηκα στηριγμένο
support υποστηρίζω υποστήριζα υποστηρίξω υποστήριξα υποστηρίζομαι υποστηριζόμουν υποστηριχτώ υποστηρίχτηκα υποστηριγμένο

1.2.3 -κω, -κα || -ξω, -ξα

aim επιδιώκω επεδίωκα επιδιώξω επεδίωξα επιδιώκομαι επιδιωκόμουν επιδιωχθώ επιδιώχθηκα --

1.2.4 -νω, -να || -ξω, -ξα

point to
δείχνω έδειχνα δείξω έδειξα δείχνομαι δειχνόμουν δειχτώ δείχτηκα δειγμένο
cause to
go away
διώχνω έδιωχνα διώξω έδιωξα διώχνομαι διωχνόμουν διωχτώ διώχτηκα διωγμένο
drop; throw; topple ρίχνω έριχνα ρίξω έριξα ρίχνομαι ριχνόμουν ριχτώ ρίχτηκα ριγμένο
search ψάχνω έψαχνα ψάξω έψαξα ψάχνομαι ψαχνόμουν ψαχτώ ψάχτηκα ψαγμένο

1.2.5 -σσω, -σσα || -ξω, -ξα

develop αναπτύσσω ανέπτυσσα / ανάπτυσσα αναπτύξω ανέπτυξα / ανάπτυξα αναπτύσσομαι αναπτυσσόμουν αναπτυχθώ / αναπτυχτώ αναπτύχθηκα / αναπτύχτηκα αναπτυγμένο
exchange ανταλλάσσω αντάλλασσα ανταλλάξω αντάλλαξα ανταλλάσσομαι ανταλλασσόμουν ανταλλαχθώ ανταλλάχθηκα ανταλλαγμένο
assign, place in εντάσσω ενέτασσα εντάξω ενέταξα εντάσσομαι εντασσόμουν ενταχθώ / ενταχτώ εντάχθηκα / εντάχτηκα ενταγμένο
classify; be recruited κατατάσσω κατέτασσα κατατάξω κατέταξα κατατάσσομαι κατατασσόμουν καταταχθώ / καταταχτώ κατατάχθηκα / κατατάχτηκα καταταγμένο

1.2.6 -χω, -χα || -ξω, -ξα

endure, bear αντέχω άντεχα αντέξω άντεξα αντέχομαι αντεχόμουν αντεχθώ / αντεχτώ αντέχθηκα / αντέχτηκα --
control ελέγχω έλεγχα ελέγξω έλεγξα ελέγχομαι ελεγχόμουν ελεγχθώ ελέγχθηκα ελεγμένο
notice, pay attention προσέχω πρόσεχα προσέξω πρόσεξα προσέχομαι προσεχόμουν προσεχτώ προσέχτηκα προσεγμένο
exist υπάρχω υπήρχα υπάρξω υπήρξα -- -- -- -- --

1.3 -ω, -α || -ψω, -ψα

1.3.1 -βω, -βα || -ψω, -ψα
1.3.2 -πω, -πα || -ψω, -ψα
1.3.3 -πτω, -πτα || -ψω, -ψα
1.3.4 -φω, -φα || -ψω, -ψα
1.3.5 -αύω, -αυα || -άψω, -αψα
1.3.6 -εύω, -ευα || -έψω, -εψα

Sample verb: write: γράφω, έγραφα || γράψω, έγραψα ||| γράφομαι γραφόμουν || γραφτώ, γράφτηκα

Active Voice
stem -γραφ- stem -γραψ-
Present γράφω I write / am writing      
Imperfect έγραφα I was writing / used to write Past έγραψα I wrote
Future Progressive θα γράφω I will be writing Future θα γράψω I will write
Subjunctive Progressive να γράφω to be writing Subjunctive να γράψω to write
Conditional Progressive θα έγραφα I would write / be writing Judgment [μάλλον] θα έγραψα I [possibly] wrote
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να έγραφα [I wish] I could write Assumption [πρέπει] να έγραψα I [must] have written
Imperative Progressive γράφε! [start] writing! Imperative γράψε! write!
      Present Perfect έχω γράψει I have written
      Pluperfect είχα γράψει I had written
      Future Perfect θα έχω γράψει I will have written
      Conditional Perfect θα είχα γράψει I would have written
Present Participle γράφοντας writing      
Passive Voice
stem -γραφ- stem -γραφτ-, also -γραφ-
Present γράφομαι I am [being] written      
Imperfect γραφόμουν I was being written Past γράφτηκα I was written
Future Progressive θα γράφομαι I will be being written Future θα γραφτώ I will be written
Subjunctive Progressive να γράφομαι to be being written Subjunctive να γραφτώ to be written
Conditional Progressive θα γραφόμουν I would be written Judgment [μάλλον] θα γράφτηκα I [possibly] am written
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να γραφόμουν [I wish] I could be written Assumption [πρέπει] να γράφτηκα I [must] have been written
Imperative Progressive να γράφεσαι! [start] being written! Imperative να γραφτείς! be written!
      Present Perfect έχω γραφτεί I have been written
      Pluperfect είχα γραφτεί I had been written
      Future Perfect θα έχω γραφτεί I will have been written
      Conditional Perfect θα είχα γραφτεί I would have been written
Past Participle γραμμένο, -νη, -νος written      
Middle Voice stem -γραψ-
Present γράφομαι I enroll Imperative Middle γράψου! enroll!

Note that the past participle of these verbs is formed by the left-side stem (-γραφ-) + -μένο / -μένη / -μένος. (The -μμ- in γραμμένο is a result of the assimilation of φ in front of μ, thus *γραφμένο becomes γραμμένο.)

Further examples:

1.3.1 -βω, -βα || -ψω, -ψα

ignite, lit up; turn on ανάβω άναβα ανάψω άναψα ανάβομαι αναβόμουν αναφτώ ανάφτηκα αναμμένο
bury θάβω έθαβα θάψω έθαψα θάβομαι θαβόμουν θαφτώ θάφτηκα θαμμένο
cut κόβω έκοβα κόψω έκοψα κόβομαι κοβόμουν κοπώ κόπηκα κομμένο
sew, stitch ράβω έραβα ράψω έραψα ράβομαι ραβόμουν ραφτώ ράφτηκα ραμμένο
lean; bent over; duck σκύβω έσκυβα σκύψω έσκυψα -- -- -- -- σκυμμένο
rub τρίβω έτριβα τρίψω έτριψα τρίβομαι τριβόμουν τριφτώ τρίφτηκα τριμμένο

1.3.2 -πω, -πα || -ψω, -ψα

allow επιτρέπω επέτρεπα επιτρέψω επέτρεψα επιτρέπομαι επιτρεπόμουν επιτραπώ επιτράπηκα --
convert; route τρέπω έτρεπα τρέψω έτρεψα τρέπομαι τρεπόμουν τραπώ τράπηκα --

1.3.3 -πτω, -πτα || -ψω, -ψα

reveal αποκαλύπτω αποκάλυπτα αποκαλύψω αποκάλυψα αποκαλύπτομαι αποκαλυπτόμουν αποκαλυφθώ / αποκαλυφτώ αποκαλύφθηκα / αποκαλύφτηκα αποκαλυμένο
reject, refuse απορρίπτω απέρριπτα απορρίψω απέρριψα απορρίπτομαι απορριπτόμουν απορριφθώ απορρίφθηκα / απερρίφθην απορριμένο
cover καλύπτω κάλυπτα καλύψω κάλυψα καλύπτομαι καλυπτόμουν καλυφθώ / καλυφτώ καλύφθηκα / καλύφτηκα καλυμένο
result, follow προκύπτω προέκυπτα προκύψω προέκυψα -- -- -- -- --

1.3.4 -φω, -φα || -ψω, -ψα

write γράφω έγραφα γράψω έγραψα γράφομαι γραφόμουν γραφτώ / γραφώ γράφτηκα / γράφηκα γραμμένο
return επιστρέφω επέστρεφα επιστρέψω επέστρεψα επιστρέφομαι επιστρεφόμουν επιστραφώ επιστράφηκα επιστραμμένο
feed τρέφω / θρέφω έτρεφα / έθρεφα θρέψω έθρεψα τρέφομαι / θρέφομαι τρεφόμουν / θρεφόμουν τραφώ / θραφώ τράφηκα / θράφηκα θρεμμένο
turn στρέφω έστρεφα στρέψω έστρεψα στρέφομαι στρεφόμουν στραφώ στράφηκα στραμμένο
sign υπογράφω υπέγραφα υπογράψω υπέγραψα υπογράφομαι υπογραφόμουν υπογραφώ υπογράφηκα υπογραμμένο

1.3.5 -αύω, -αυα || -άψω, -αψα

shut up
παύω έπαυα πάψω έπαψα -- -- -- -- --

1.3.6 -εύω, -ευα || -έψω, -εψα

stir, mix ανακατεύω ανακάτευα ανακατέψω ανακάτεψα ανακατεύομαι ανακατευόμουν ανακατευτώ ανακατεύτηκα ανακατεμένο
απαγορεύω απαγόρευα απαγορέψω απαγόρεψα απαγορεύομαι απαγορευόμουν απαγορευτώ απαγορεύτηκα απαγορευμένο
work δουλεύω δούλευα δουλέψω δούλεψα δουλεύομαι δουλευόμουν δουλευτώ δουλεύτηκα δουλεμένο
pester, harass παιδεύω παίδευα παιδέψω παίδεψα παιδεύομαι παιδευόμουν παιδευτώ παιδεύτηκα παιδεμένο
believe πιστεύω πίστευα πιστέψω πίστεψα πιστεύομαι πιστευόμουν πιστευτώ πιστεύτηκα πιστευμένο

2. Contracted Verbs: -ώ/-άω, -ούσα || -.σω, -.σα

These verbs are called “contracted” because their 1st and 3rd person singular, present tense (and only), can appear in two forms: a contracted one, where its ending is -ώ (in the 1st person; the 3rd person ends in -ά or -εί, depending on the pattern — see below), and an uncontracted form, with ending -άω (1st person) and -άει (3rd). The 2nd person is always contracted. Also, some of these verbs, although belonging to the following patterns, appear always contracted (their uncontracted forms have been dropped out of use). In the example-lists below, the contracted form is given first, followed by a slash, followed by the uncontracted ending if the form exists; for example: φορώ / -άω. This means the two forms are: φορώ and φοράω. The 3rd person is also given in its two endings, whenever the uncontracted one exists, separated by a vertical bar, thus: φορώ / -άω | -ά / -άει. (Hence, the 1st & 3rd person forms in this example are: φορώ / φοράω [1st], and φορά / φοράει [3rd].) If a verb appears in contracted form only, this means its uncontracted form is obsolete, or sounds strange to the ears of a native speaker.

There is no rule specifying when to use the contracted or uncontracted form, when both exist. Some grammar books claim that the uncontracted forms are more informal. This is not always true. Although the contracted forms are found slightly more often in literature (esp. poetry), a mixture of forms is used in ordinary speech (including newspaper texts). Often both forms are equally plausible. Forms that are significantly rarer (<10%) than their alternatives are marked in this color. See footnote for explanation of statistics of usage.

Some of these verbs have an alternative imperfect, ending in -αγα. For example, κρατάω / κρατώ has two imperfect forms: the more common κρατούσα, and the less common κράταγα (-αγα, -αγες, -αγε, -άγαμε, -άγατε, -αγαν/-άγανε). This second imperfect is probably restricted to specific regions of Greece, such as Sterea, Thessaly, etc.

2.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άσω, -ασα
2.1.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άξω, -αξα
2.2 -ώ/-άω, -ούσα || -έσω, -εσα
2.2.1 -ώ | -εί, -ούσα || -έσω, -εσα ||| -ούμαι, -ούμουν || -εστώ, -έστηκα
2.2.2 -ώ / -άω | -ά, -εί / -άει, -ούσα || -έσω, -εσα ||| -ιέμαι, -ιόμουν || -εθώ, -έθηκα
2.3 -ώ/-άω, -ούσα || -ήσω, -ησα
2.3.1 -ώ/-άω, -ούσα || -ήξω, -ηξα

2.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άσω, -ασα

The passive-voice ending of these verbs is -έμαι. The last consonant of the stem becomes palatalized, resulting in the insertion of an iota between the stem and the ending, thus making the passive ending appear as -ιέμαι.

Active Voice
stem -περν- stem -περασ-
Present περνώ / περνάω I pass / am passing      
Imperfect περνούσα / πέρναγα I was passing / used to pass Past πέρασα I passed
Future Progressive θα περνώ / θα περνάω I will be passing Future θα περάσω I will pass
Subjunctive Progressive να περνώ / να περνάω to be passing Subjunctive να περάσω to pass
Conditional Progressive θα περνούσα I would pass / be passing Judgment [μάλλον] θα πέρασα I [possibly] passed
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να περνούσα [I wish] I could pass Assumption [πρέπει] να πέρασα I [must] have passed
Imperative Progressive πέρνα! [start] passing! Imperative πέρασε! pass!
      Present Perfect έχω περάσει I have passed
      Pluperfect είχα περάσει I had passed
      Future Perfect θα έχω περάσει I will have passed
      Conditional Perfect θα είχα περάσει I would have passed
Present Participle περνώντας passing      
Passive Voice
stem -περνι- stem -περαστ-
Present περνιέμαι I am [being] passed      
Imperfect περνιόμουν I was being passed Past περάστηκα I was passed
Future Progressive θα περνιέμαι I will be being passed Future θα περαστώ I will be passed
Subjunctive Progressive να περνιέμαι to be being passed Subjunctive να περαστώ to be passed
Conditional Progressive θα περνιόμουν I would be passed Judgment [μάλλον] θα περάστηκα I [possibly] am passed
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να περνιόμουν [I wish] I could be passed Assumption [πρέπει] να περάστηκα I [must] have been passed
Imperative Progressive να περνιέσαι! [start] being passed! Imperative να περαστείς! be passed!
      Present Perfect έχω περαστεί I have been passed
      Pluperfect είχα περαστεί I had been passed
      Future Perfect θα έχω περαστεί I will have been passed
      Conditional Perfect θα είχα περαστεί I would have been passed
      Past Participle περασμένο, -νη, -νος passed
Middle Voice  
Present   (I pass myself??) Imperative Middle   (pass yourself!??)

The above verb seems not to make much sense in middle voice: the form περάσου! (pass yourself!), although possible, sounds distinctly peculiar to the ears of this author. The second verb in the list below (ξεχνάω / -ώ = forget), however, does have a special middle-voice meaning: ξεχνιέμαι means “I forget my current worries (e.g., by occupying myself with smth. else)”. (Contrast this with the passive-voice meaning of ξεχνιέμαι: “I am forgotten by others”.) Accordingly, its middle imperative is: ξεχάσου, which means: “forget your current worries”. Similarly, the passive and middle voice of verbs in this category often takes on alternative meanings, or does not exist at all.

Further Examples:

react αντιδρώ / -άω | -ά / -άει αντιδρούσα αντιδράσω αντέδρασα -- -- -- -- --
laugh; be tricked γελώ / -άω | -ά / -άει γελούσα / γέλαγα γελάσω γέλασα γελιέμαι γελιόμουν γελαστώ γελάστηκα γελασμένο
feel thirsty διψώ / -άω | -ά / -άει διψούσα / δίψαγα διψάσω δίψασα -- -- -- -- διψασμένο
hang κρεμώ / -άω | -ά / -άει κρεμούσα / κρέμαγα κρεμάσω κρέμασα κρεμιέμαι κρεμιόμουν κρεμαστώ κρεμάστηκα κρεμασμένο
overcome ξεπερνώ / -άω | -ά / -άει ξεπερνούσα / ξεπέρναγα ξεπεράσω ξεπέρασα ξεπερνιέμαι ξεπερνιόμουν ξεπεραστώ ξεπεράστηκα ξεπερασμένο
forget; be diverted ξεχνώ / -άω | -ά / -άει ξεχνούσα / ξέχναγα ξεχάσω ξέχασα ξεχνιέμαι ξεχνιόμουν ξεχαστώ ξεχάστηκα ξεχασμένο
feel hungry πεινώ / -άω | -ά / -άει πεινούσα / πείναγα πεινάσω πείνασα -- -- -- -- πεινασμένο
pass περνώ / -άω | -ά / -άει περνούσα / πέρναγα περάσω πέρασα περνιέμαι περνιόμουν περαστώ περάστηκα περασμένο
destroy, ruin χαλώ / -άω | / -άει χαλούσα / χάλαγα χαλάσω χάλασα χαλιέμαι χαλιόμουν χαλαστώ χαλάστηκα χαλασμένο
smile χαμογελώ / -άω | -ά / -άει χαμογελούσα / χαμογέλαγα χαμογελάσω χαμογέλασα -- -- -- -- --

2.1.1 -ώ/-άω, -ούσα || -άξω, -αξα

This is a subcategory of 2.1, because the second ending (-άξω, -αξα) is only seemingly different from -άσω, -ασα. It’s just an optical illusion! What happens is that the second stem ends in -κ (-ακ, in this case), which, when combined with the following -σ yields a -ξ- (κ + σ ξ).

Active Voice
stem -πετ- stem -πεταξ-
Present πετώ / πετάω I fly / am flying      
Imperfect πετούσα / πέταγα I was flying / used to fly Past πέταξα I flew
Future Progressive θα πετώ / θα πετάω I will be flying Future θα πετάξω I will fly
Subjunctive Progressive να πετώ / να πετάω to be flying Subjunctive να πετάξω to fly
Conditional Progressive θα πετούσα I would fly / be flying Judgment [μάλλον] θα πέταξα I [possibly] flew
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να πετούσα [I wish] I could fly Assumption [πρέπει] να πέταξα I [must] have flown
Imperative Progressive πέτα! [start] flying! Imperative πέταξε! fly!
      Present Perfect έχω πετάξει I have flown
      Pluperfect είχα πετάξει I had flown
      Future Perfect θα έχω πετάξει I will have flown
      Conditional Perfect θα είχα πετάξει I would have flown
Present Participle πετώντας flying      
Passive Voice
stem -πετι- stem -πεταχτ-
Present πετιέμαι I am [being] thrown      
Imperfect πετιόμουν I was being thrown Past πετάχτηκα I was thrown
Future Progressive θα πετιέμαι I will be being thrown Future θα πεταχτώ I will be thrown
Subjunctive Progressive να πετιέμαι to be being thrown Subjunctive να πεταχτώ to be thrown
Conditional Progressive θα πετιόμουν I would be thrown Judgment [μάλλον] θα πετάχτηκα I [possibly] am thrown
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να πετιόμουν [I wish] I could be thrown Assumption [πρέπει] να πετάχτηκα I [must] have been thrown
Imperative Progressive να πετιέσαι! [start] being thrown! Imperative να πεταχτείς! be thrown!
      Present Perfect έχω πεταχτεί I have been thrown
      Pluperfect είχα πεταχτεί I had been thrown
      Future Perfect θα έχω πεταχτεί I will have been thrown
      Conditional Perfect θα είχα πεταχτεί I would have been thrown
      Past Participle πεταμένο, -νη, -νος /
πεταγμένο, -νη, -νος
Middle Voice  
Present πετιέμαι I drop by Imperative Middle πετάξου! drop by!

Further Examples:

hold on;
hold suspended
βαστώ / -άω | -ά / -άει βαστούσα / βάσταγα βαστάξω / βαστήξω βάσταξα / βάστηξα βαστιέμαι βαστιόμουν βασταχτώ / βαστηχτώ βαστάχτηκα / βαστήχτηκα βασταγμένο
fly; throw; drop by πετώ / -άω | -ά / -άει πετούσα / πέταγα πετάξω πέταξα πετάγομαι / πετιέμαι πεταγόμουν / πετιόμουν πεταχτώ πετάχτηκα πεταμένο / πεταγμένο
guard φυλώ / -άω | / -άει φυλούσα / φύλαγα φυλάξω φύλαξα φυλάγομαι φυλαγόμουν φυλαχτώ φυλάχτηκα φυλαγμένο

2.2 -ώ/-άω, -ούσα || -έσω, -εσα

There are two subcategories here, differentiated by the way they form the 1st and 3rd person singular, present tense, and the passive voice.

2.2.1 -ώ | -εί, -ούσα || -έσω, -εσα ||| -ούμαι, -ούμουν || -εστώ, -έστηκα

This subcategory usually has only contracted forms (only one member retains uncontracted forms), and contains the very common verb μπορώ (I can), which, as in English, does not have passive forms. The 3rd person singular present tense ends in -εί and the passive ends in -ούμαι. The past participle is formed by the active voice second stem.

Note: These verbs do not have alternative imperfect (in -αγα) (again, there is a single exception).

Active Voice
stem -καλ- stem -καλεσ-
Present καλώ I invite / am inviting      
Imperfect καλούσα I was inviting / used to invite Past κάλεσα I invited
Future Progressive θα καλώ I will be inviting Future θα καλέσω I will invite
Subjunctive Progressive να καλώ to be inviting Subjunctive να καλέσω to invite
Conditional Progressive θα καλούσα I would invite / be inviting Judgment [μάλλον] θα κάλεσα I [possibly] invited
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να καλούσα [I wish] I could invite Assumption [πρέπει] να κάλεσα I [must] have invited
Imperative Progressive να καλείς! [start] inviting! Imperative κάλεσε! invite!
      Present Perfect έχω καλέσει I have invited
      Pluperfect είχα καλέσει I had invited
      Future Perfect θα έχω καλέσει I will have invited
      Conditional Perfect θα είχα καλέσει I would have invited
Present Participle καλώντας inviting      
Passive Voice
stem -καλ- stem -κληθ-
Present καλούμαι I am [being] invited      
Imperfect καλούμουν I was being invited Past καλέστηκα I was invited
Future Progressive θα καλούμαι I will be being invited Future θα καλεστώ I will be invited
Subjunctive Progressive να καλούμαι to be being invited Subjunctive να καλεστώ to be invited
Conditional Progressive θα καλούμουν I would be invited Judgment [μάλλον] θα καλέστηκα I [possibly] am invited
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να καλούμουν [I wish] I could be invited Assumption [πρέπει] να καλέστηκα I [must] have been invited
Imperative Progressive να καλείσαι! [start] being invited! Imperative να καλεστείς! be invited!
      Present Perfect έχω καλεστεί I have been invited
      Pluperfect είχα καλεστεί I had been invited
      Future Perfect θα έχω καλεστεί I will have been invited
      Conditional Perfect θα είχα καλεστεί I would have been invited
      Past Participle καλεσμένο, -νη, -νος invited
Middle Voice  
Present -- -- Imperative Middle -- --

Further Examples:

constitute αποτελώ | -εί αποτελούσα αποτελέσω αποτέλεσα αποτελούμαι αποτελούμουν αποτελεσθώ αποτελέσθηκα --
invite καλώ | -εί καλούσα καλέσω κάλεσα καλούμαι καλούμουν καλεστώ καλέστηκα καλεσμένο
call καλώ | -εί καλούσα καλέσω κάλεσα καλούμαι καλούμουν κληθώ κλήθηκα --
can μπορώ | -εί μπορούσα μπορέσω μπόρεσα -- -- -- -- --
beg, implore παρακαλώ / -άω
| -εί, -ά / -άει
παρακαλούσα / παρακάλαγα παρακαλέσω παρακάλεσα παρακαλούμαι παρακαλούμουν παρακληθώ παρακλήθηκα παρακαλεσμένο
cause προκαλώ | -εί προκαλούσα προκαλέσω προκάλεσα προκαλούμαι προκαλούμουν προκληθώ προκλήθηκα προκαλεσμένο
invite προσκαλώ | -εί προσκαλούσα προσκαλέσω προσκάλεσα προσκαλούμαι προσκαλούμουν προσκληθώ προσκλήθηκα προσκαλεσμένο
perform, conduct τελώ | -εί τελούσα τελέσω τέλεσα τελούμαι τελούμουν τελεσθώ τελέσθηκα --

Note: μπορεί (3rd person singular of μπορώ = can) also means: “maybe”.

2.2.2 -ώ / -άω | -ά, -εί / -άει, -ούσα || -έσω, -εσα ||| -ιέμαι, -ιόμουν || -εθώ, -έθηκα

This subcategory has the contracted 3rd person ending in either -α or -εί (also with an uncontracted form), and its passive ending in -έμαι, in which case an ι is appended to the stem (making the ending appear as -ιέμαι) that palatalizes the last consonant of the stem. (Note that the verb συγχωρώ = to forgive/pardon, which seems to have a passive ending in -ούμαι, actually follows the patten in 2.3 as an alternative, from which it gets its passive form, συγχωρούμαι.)

Note: The alternative imperfect of these verbs (in -αγα), although it exists, is rather rare.

Active Voice
stem -φορ- stem -φορεσ-
Present φορώ / φοράω I wear / am wearing      
Imperfect φορούσα / φόραγα I was wearing / used to wear Past φόρεσα I wore
Future Progressive θα φορώ / θα φοράω I will be wearing Future θα φορέσω I will wear
Subjunctive Progressive να φορώ / να φοράω to be wearing Subjunctive να φορέσω to wear
Conditional Progressive θα φορούσα I would wear / be wearing Judgment [μάλλον] θα φόρεσα I [possibly] wore
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να φορούσα [I wish] I could wear Assumption [πρέπει] να φόρεσα I [must] have worn
Imperative Progressive φόρα! [start] wearing! Imperative φόρεσε! wear!
      Present Perfect έχω φορέσει I have worn
      Pluperfect είχα φορέσει I had worn
      Future Perfect θα έχω φορέσει I will have worn
      Conditional Perfect θα είχα φορέσει I would have worn
Present Participle φορώντας wearing      
Passive Voice
stem -φορι- stem -φορεθ-
Present φοριέμαι I am [being] worn      
Imperfect φοριόμουν I was being worn Past φορέθηκα I was worn
Future Progressive θα φοριέμαι I will be being worn Future θα φορεθώ I will be worn
Subjunctive Progressive να φοριέμαι to be being worn Subjunctive να φορεθώ to be worn
Conditional Progressive θα φοριόμουν I would be worn Judgment [μάλλον] θα φορέθηκα I [possibly] am worn
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να φοριόμουν [I wish] I could be worn Assumption [πρέπει] να φορέθηκα I [must] have been worn
Imperative Progressive να φοριέσαι! [start] being worn! Imperative να φορεθείς! be worn!
      Present Perfect έχω φορεθεί I have been worn
      Pluperfect είχα φορεθεί I had been worn
      Future Perfect θα έχω φορεθεί I will have been worn
      Conditional Perfect θα είχα φορεθεί I would have been worn
      Past Participle φορεμένο, -νη, -νος worn
Middle Voice  
Present -- (I wear myself??) Imperative Middle -- (wear yourself!??)

Further Examples:

hurt; feel hurt πονώ / -άω
| -εί, -ά / -άει
πονούσα / πόναγα πονέσω πόνεσα -- -- -- -- πονεμένο
forgive, pardon συγχωρώ / -άω | -εί, -ά / -άει συγχωρούσα συγχωρέσω / συγχωρήσω συγχώρεσα / συγχώρησα συγχωρούμαι συγχωρούμουν συγχωρεθώ συγχωρέθηκα συγχωρεμένο
wear φορώ / -άω
| -εί , -ά / -άει
φορούσα / φόραγα φορέσω φόρεσα φοριέμαι φοριόμουν φορεθώ φορέθηκα φορεμένο
fit; be fit χωρώ / -άω
| -εί , -ά / -άει
χωρούσα / χώραγα χωρέσω χώρεσα -- -- -- -- --

2.3 -ώ/-άω, -ούσα || -ήσω, -ησα

This is by far the category with the most members among contracted verbs. Most of them form their passive/middle with the ending -ούμαι, but some take the ending -ιέμαι (as before, the ι doesn’t belong to the ending, but it palatalizes the last consonant of the stem). The verb κρατώ (I hold) has been chosen as full example below, because it displays both possibilities. However, in the “further examples” table, the passive/middle forms are shown explicitly on extra columns. There is a third alternative (but rare) passive/middle ending: -ώμαι (as in απαντώ = answer, reply).

Active Voice
stem -κρατ- stem -κρατησ-
Present κρατώ / κρατάω I hold / am holding      
Imperfect κρατούσα / κράταγα I was holding / used to hold Past κράτησα I held
Future Progressive θα κρατώ / θα κρατάω I will be holding Future θα κρατήσω I will hold
Subjunctive Progressive να κρατώ / να κρατάω to be holding Subjunctive να κρατήσω to hold
Conditional Progressive θα κρατούσα I would hold / be holding Judgment [μάλλον] θα κράτησα I [possibly] held
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να κρατούσα [I wish] I could hold Assumption [πρέπει] να κράτησα I [must] have held
Imperative Progressive κράτα! [start] holding! Imperative κράτησε! hold!
      Present Perfect έχω κρατήσει I have held
      Pluperfect είχα κρατήσει I had held
      Future Perfect θα έχω κρατήσει I will have held
      Conditional Perfect θα είχα κρατήσει I would have held
Present Participle κρατώντας holding      
Passive Voice
stem -κρατ-, -κρατι- stem -κρατηθ-
Present κρατούμαι, κρατιέμαι I am [being] held      
Imperfect κρατούμουν, κρατιόμουν I was being held Past κρατήθηκα I was held
Future Progressive θα κρατούμαι, θα κρατιέμαι I will be being held Future θα κρατηθώ I will be held
Subjunctive Progressive να κρατούμαι, να κρατιέμαι to be being held Subjunctive να κρατηθώ to be held
Conditional Progressive θα κρατούμουν, θα κρατιόμουν I would be held Judgment [μάλλον] θα κρατήθηκα I [possibly] am held
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να κρατούμουν, -ιόμουν [I wish] I could be held Assumption [πρέπει] να κρατήθηκα I [must] have been held
Imperative Progressive να κρατείσαι!, να κρατιέσαι! [start] being held! Imperative να κρατηθείς! be held!
      Present Perfect έχω κρατηθεί I have been held
      Pluperfect είχα κρατηθεί I had been held
      Future Perfect θα έχω κρατηθεί I will have been held
      Conditional Perfect θα είχα κρατηθεί I would have been held
      Past Participle κρατημένο, -νη, -νος held
Middle Voice stem -κρατησ-
Present κρατούμαι, κρατιέμαι I hold myself Imperative Middle κρατήσου! hold yourself!

Further Examples:

Note 1: A grayed form or ending means that the form is rare (<10% of its alternative); dashes (--) mean the form does not exist (statistics of appearance according to this footnote); and if the alternative form is not grayed, then the two forms are both frequent, but the first form is slightly more common. A vertical bar (|) separates the first from the third person in the present tense; and a slash (/), as before, separates alternatives.

Note 2: The alternative imperfect is marked only where it exists.

love αγαπώ / -άω | -ά / -άει αγαπούσα / αγάπαγα αγαπήσω αγάπησα αγαπώμαι / αγαπούμαι / αγαπιέμαι αγαπώμουν / αγαπούμουν /αγαπιόμουν αγαπηθώ αγαπήθηκα αγαπημένο
follow ακολουθώ / -άω | -εί, -ά / -άει ακολουθούσα / ακολούθαγα ακολουθήσω ακολούθησα ακολουθούμαι ακολουθούμουν ακολουθηθώ ακολουθήθηκα ακολουθημένο
touch; support oneself ακουμπώ / -άω | -ά / -άει ακουμπούσα / ακούμπαγα ακουμπήσω ακούμπησα ακουμπιέμαι ακουμπιόμουν ακουμπηθώ ακουμπήθηκα ακουμπημένο
look for, search αναζητώ / -άω | -εί, -ά / -άει αναζητούσα αναζητήσω αναζήτησα αναζητώμαι / αναζητούμαι / αναζητιέμαι αναζητώμουν / αναζητούμουν / αναζητιόμουν αναζητηθώ αναζητήθηκα αναζητημένο
worry ανησυχώ | εί ανησυχούσα ανησυχήσω ανησύχησα -- -- -- -- --
demand απαιτώ | -εί απαιτούσα απαιτήσω απαίτησα απαιτούμαι απαιτούμουν απαιτηθώ απαιτήθηκα απαιτημένο
answer, reply απαντώ / -άω | -ά / -άει απαντούσα απαντήσω απάντησα απαντώμαι / απαντιέμαι απαντώμουν / απαντιόμουν απαντηθώ απαντήθηκα απαντημένο
obtain, acquire αποκτώ / -άω | -ά / -άει αποκτούσα αποκτήσω απόκτησα/απέκτησα αποκτώμαι / αποκτούμαι / αποκτιέμαι αποκτώμουν / αποκτούμουν / αποκτιόμουν αποκτηθώ αποκτήθηκα αποκτημένο
absorb απορροφώ / -άω | -ά / -άει απορροφούσα απορροφήσω απορρόφησα απορροφούμαι απορροφούμουν ακπορροφηθώ απορροφήθηκα απορροφημένο
repel απωθώ | -εί απωθούσα απωθήσω απώθησα απωθούμαι απωθούμουν απωθηθώ απωθήθηκα απωθημένο
be late αργώ | -εί αργούσα αργήσω άργησα -- -- -- -- --
exercise; exert ασκώ | -εί ασκούσα ασκήσω άσκησα ασκούμαι ασκούμουν ασκηθώ ασκήθηκα ασκημένο
miss (target) αστοχώ | -εί αστοχούσα αστοχήσω αστόχησα -- -- -- -- --
help βοηθώ / -άω | -εί, -ά / -άει βοηθούσα / βοήθαγα βοηθήσω βοήθησα βοηθούμαι / βοηθιέμαι βοηθούμουν / βοηθιόμουν βοηθηθώ βοηθήθηκα βοηθημένο
give birth γεννώ / -άω | -ά / -άει γεννούσα / γένναγα γεννήσω γέννησα γεννώμαι / γεννιέμαι (ε)γεννώμουν / γεννιόμουν γεννηθώ γεννήθηκα γεννημένο
revel; enjoy γλεντώ / -άω | -ά / -άει γλεντούσα / γλένταγα γλεντήσω γλέντησα γλεντιέμαι γλεντιόμουν γλεντηθώ γλεντήθηκα γλεντημένο
slip γλιστρώ / -άω | -ά / -άει γλιστρούσα / -αγα γλιστρήσω γλίστρησα -- -- -- -- --
create δημιουργώ | -εί δημιουργούσα δημιουργήσω δημιούργησα δημιουργούμαι δημιουργούμουν δημιουργηθώ δημιουργήθηκα δημιουργημένο
keep, conserve διατηρώ | -εί διατηρούσα διατηρήσω διατήρησα διατηρούμαι διατηρούμουν διατηρηθώ διατηρήθηκα διατηρημένο
represent, stand for εκπροσωπώ | -εί εκπροσωπούσα εκπροσωπήσω επροσώπησα εκπροσωπού-
esteem; estimate εκτιμώ / -άω | -ά / -άει εκτιμούσα εκτιμήσω εκτίμησα εκτιμώμαι / εκτιμούμαι / εκτιμιέμαι εκτιμώμουν / εκτιμούμουν / εκτιμιόμουν εκτιμηθώ εκτιμήθηκα εκτιμημένο
explain εξηγώ | -εί εξηγούσα εξηγήσω εξήγησα εξηγούμαι / εξηγιέμαι εξηγούμουν / εξηγιόμουν εξηγηθώ εξηγήθηκα εξηγημένο
attempt επιχειρώ | εί επιχειρούσα επιχειρήσω επιχείρησα επιχειρούμαι επιχειρούμουν επιχειρηθώ επιχειρήθηκα επιχειρημένο
ask for ζητώ / -άω | -εί, -ά / -άει ζητούσα / ζήταγα ζητήσω ζήτησα ζητώμαι / ζητούμαι / ζητιέμαι (ε)ζητώμουν / (ε)ζητούμουν / ζητιόμουν ζητηθώ ζητήθηκα ζητημένο
live ζω | ζει ζούσα ζήσω έζησα -- -- -- -- --
consider θεωρώ | -εί θεωρούσα θεωρήσω θεώρησα θεωρούμαι θεωρούμουν θεωρηθώ θεωρήθηκα θεωρημένο
accuse κατηγορώ / -άω | -εί, -ά / -άει κατηγορούσα / κατηγόραγα κατηγορήσω κατηγόρησα κατηγορούμαι κατηγορούμουν κατηγορηθώ κατηγορήθηκα κατηγορημένο
move κινώ / -άω | -εί, -ά / -άει κινούσα / κίναγα κινήσω κίνησα κινούμαι / κινιέμαι κινούμουν / (ε)κινιόμουν κινηθώ κινήθηκα κινημένο
stick, glue κολλώ / -άω | -ά / -άει κολλούσα / κόλλαγα κολλήσω κόλλησα κολλώμαι / κολλούμαι / κολλιέμαι (ε)κολλώμουν / (ε)κολλούμουν / κολλιόμουν κολληθώ κολλήθηκα κολλημένο
swim κολυμπώ / -άω | -ά / -άει κολυμπούσα / -αγα κολυμπήσω κολύμπησα --        
hold, grab; retain κρατώ / -άω | -εί, -ά / -άει κρατούσα / κράταγα κρατήσω κράτησα κρατούμαι / κρατιέμαι κρατούμουν / κρατιόμουν κρατηθώ κρατήθηκα κρατημένο
catch cold κρυολογώ | -εί κρυολογούσα κρυολογήσω κρυολόγησα -- -- -- -- κρυολογημένο
govern κυβερνώ / -άω | -ά / -άει κυβερνούσα / κυβέρναγα κυβερνήσω κυβέρνησα κυβερνούμαι / κυβερνιέμαι κυβερνούμουν / κυβερνιόμουν κυβερνηθώ κυβερνήθηκα κυβερνημένο
function λειτουργώ | -εί λειτουργούσα λειτουργήσω λειτούργησα λειτουργούμαι = I attend a mass λειτουργούμουν λειτουργηθώ λειτουργήθηκα λειτουργημένο
study; consider μελετώ / -άω | -ά / -άει μελετούσα / μελέταγα μελετήσω μελέτησα μελετώμαι / μελετούμαι / μελετιέμαι μελετώμουν / μελετούμουν / μελετιόμουν μελετηθώ μελετήθηκα μελετημένο
count; measure μετρώ / -άω | -ά / -άει μετρούσα / μέτραγα μετρήσω μέτρησα μετρώμαι / μετρούμαι / μετριέμαι μετρώμουν / μετρούμουν / μετριόμουν μετρηθώ μετρήθηκα μετρημένο
speak, talk μιλώ / -άω | -εί, -ά / -άει μιλούσα / μίλαγα μιλήσω μίλησα ομιλούμαι / μιλιέμαι ομιλούμουν / μιλιόμουν ομιληθώ / μιληθώ ομιλήθηκα / μιλήθηκα μιλημένο
win νικώ / -άω | -ά / -άει νικούσα / νίκαγα νικήσω νίκησα νικώμαι / νικούμαι / νικιέμαι (ε)νικώμουν / (ε)νικούμουν / νικιόμουν νικηθώ νικήθηκα νικημένο
start ξεκινώ / -άω | -ά / -άει ξεκινούσα / ξεκίναγα ξεκινήσω ξεκίνησα -- -- -- -- ξεκινημένο
stay awake at night ξενυχτώ / -άω | -ά / -άει ξενυχτούσα ξενυχτήσω ξενύχτησα -- -- -- -- ξενυχτισμένο
wake up ξυπνώ / -άω | -ά / -άει ξυπνούσα / ξύπναγα ξυπνήσω ξύπνησα ξυπνιέμαι ξυπνιόμουν ξυπνηθώ ξυπνήθηκα ξυπνημένο
drive; lead οδηγώ / -άω | -εί, -ά / -άει οδηγούσα / οδήγαγα οδηγήσω οδήγησα οδηγούμαι / οδηγιέμαι οδηγούμουν / οδηγιόμουν οδηγηθώ οδηγήθηκα οδηγημένο
follow; attend παρακολουθώ / -άω | -εί / -άει παρακολουθούσα / παρακολούθαγα παρακολου-
observe παρατηρώ / -άω | -εί / -άει παρατηρούσα παρατηρήσω παρατήρησα παρατηρούμαι παρατηρούμουν παρατηρηθώ παρατηρήθηκα παρατηρημένο
step on; press πατώ / -άω | -εί, -ά / -άει πατούσα / πάταγα πατήσω πάτησα πατιέμαι πατιόμουν πατηθώ πατήθηκα πατημένο
walk περπατώ / -άω | -εί, -ά / -άει περπατούσα / -αγα περπατήσω περπάτησα περπατιέμαι περπατιόμουν περπατηθώ περπατήθηκα περπατημένο
jump πηδώ / -άω
| -ά / -άει
πηδούσα / πήδαγα πηδήσω / πηδήξω πήδησα / πήδηξα πηδιέμαι(3) πηδιόμουν(3) πηδηχτώ(3) πηδήχτηκα(3) πηδηγμένο(3) / πηδημένο(3)
sell πουλώ / -άω | -ά / -άει πουλούσα / πούλαγα πουλήσω πούλησα πουλιέμαι / πωλούμαι πουλιόμουν / πωλούμουν πουληθώ πουλήθηκα πουλημένο
implement, realize πραγματοποιώ | -εί πραγματο-
try, attempt προσπαθώ / -άω | -εί, -ά / -άει προσπαθούσα / προσπάθαγα προσπαθήσω προσπάθησα -- -- -- -- --
prefer προτιμώ / -άω | -ά / -άει προτιμούσα προτιμήσω προτίμησα προτιμώμαι / προτιμούμαι / προτιμιέμαι προτιμώμουν / προτιμούμουν / προτιμιόμουν προτιμηθώ προτιμήθηκα προτιμημένο
proceed προχωρώ / -άω | -εί, -ά / -άει προχωρούσα / προχώραγα προχωρήσω προχώρησα -- -- -- -- προχωρημένο
ask ρωτώ / -άω | -ά / -άει ρωτούσα / ρώταγα ρωτήσω ρώτησα ερωτώμαι / ερωτούμαι / ρωτιέμαι ερωτώμουν / ερωτούμουν / ρωτιόμουν ερωτηθώ / ρωτηθώ ερωτήθηκα / ρωτήθηκα ερωτημένο / ρωτημένο
stop σταματώ / -άω | -ά / -άει σταματούσα / σταμάταγα σταματήσω σταμάτησα σταματιέμαι σταματιόμουν σταματηθώ σταματήθηκα σταματημένο
forgive, pardon συγχωρώ / -άω | -εί, -ά / -άει συγχωρούσα συγχωρήσω / -έσω συγχώρησα / -εσα συγχωρώμαι / συγχωρούμαι / συγχωριέμαι συγχωρώμουν / συγχωρούμουν / συγχωριόμουν συγχωρεθώ / συγχωρηθώ συγχωρέθηκα / συγχωρήθηκα συγχωρεμένο / συγχωρημένο
discuss, converse συζητώ / -άω | -ά / -άει συζητούσα συζητήσω συζήτησα συζητούμαι / συζητιέμαι συζητούμουν / συζητιόμουν συζητηθώ συζητήθηκα συζητημένο
agree συμφωνώ / -εί συμφωνούσα συμφωνήσω συμφώνησα συμφωνούμαι συμφωνούμουν συμφωνηθώ συμφωνήθηκα συμφωνημένο
meet συναντώ / -άω | -εί, -ά / -άει συναντούσα συναντήσω συνάντησα συναντώμαι / συναντούμαι / συναντιέμαι συναντώμουν / συναντούμουν / συναντιόμουν συναντηθώ συναντήθηκα συναντημένο
phone, call, ring τηλεφωνώ / -άω | -εί, -ά / -άει τηλεφωνούσα τηλεφωνήσω τηλεφώνησα τηλεφωνούμαι / τηλεφωνιέμαι τηλεφωνούμουν / τηλεφωνιόμουν τηλεφωνηθώ τηλεφωνήθηκα τηλεφωνημένο
place, put τοποθετώ | -εί τοποθετούσα τοποθετήσω τοποθέτησα τοποθετώμαι / τοποθετούμαι τοποθετώμουν / τοποθετούμουν τοποθετηθώ τοποθετήθηκα τοποθετημένο
sing τραγουδώ / -άω | -εί, -ά / -άει τραγουδούσα / τραγούδαγα τραγουδήσω τραγούδησα τραγουδώμαι / τραγουδούμαι / τραγουδιέμαι τραγουδώμουν / τραγουδούμουν / τραγουδιόμουν τραγουδηθώ τραγουδήθηκα τραγουδημένο
kiss φιλώ -άω | -εί, -ά / -άει φιλούσα / φίλαγα φιλήσω φίλησα φιλώμαι / φιλούμαι / φιλιέμαι (ε)φιλώμουν / (ε)φιλούμουν / φιλιόμουν φιληθώ φιλήθηκα φιλημένο
greet, salute χαιρετώ / -άω | -ά / -άει χαιρετούσα / χαιρέταγα χαιρετήσω χαιρέτησα χαιρετώμαι / χαιρετούμαι / χαιρετιέμαι χαιρετώμουν / χαιρετούμουν / χαιρετιόμουν χαιρετηθώ χαιρετήθηκα χαιρετισμένο
use χρησιμοποιώ | -εί χρησιμοποιούσα χρησιμοποιήσω χρησιμοποίησα χρησιμο-
hit, knock χτυπώ / -άω | -ά / -άει χτυπούσα / χτύπαγα χτυπήσω χτύπησα χτυπώμαι / χτυπούμαι / χτυπιέμαι χτυπώμουν / χτυπούμουν / χτυπιόμουν χτυπηθώ χτυπήθηκα χτυπημένο


2.3.1 -ώ/-άω, -ούσα || -ήξω, -ηξα

This is a subcategory of 2.3, because the second ending (-ήξω, -ηξα) is only seemingly different from -ήσω, -ησα. What happens is that the second stem has an alternative ending in -κ (-ηκ-, in this case), which, when combined with the following -σ yields a -ξ- (κ + σ ξ). The ending -ήξω, -ηξα, however, is more common than its alternative -ήσω, -ησα.

dive; snatch βουτώ / -άω
| -ά / -άει
βουτούσα / βούταγα βουτήξω / βουτήσω βούτηξα / βούτησα βουτιέμαι βουτιόμουν βουτηχτώ βουτήχτηκα βουτηγμένο / βουτημένο
jump πηδώ / -άω
| -ά / -άει
πηδούσα / πήδαγα πηδήξω / πηδήσω πήδηξα / πήδησα πηδιέμαι(3) πηδιόμουν(3) πηδηχτώ(3) πηδήχτηκα(3) πηδηγμένο(3) / πηδημένο(3)
pull; suffer τραβώ / -άω
| -ά / -άει
τραβούσα / τράβαγα τραβήξω τράβηξα τραβιέμαι τραβιόμουν τραβηχτώ τραβήχτηκα τραβηγμένο
blow (air) φυσώ / -άω
| -ά / -άει
φυσούσα / φύσαγα φυσήξω / φυσήσω φύσηξα / φύσησα φυσιέμαι φυσιόμουν φυσηχτώ φυσήχτηκα φυσημένο


3. Middle-voice-only and Middle-voice-special Verbs: -.μαι, -.μουν || -.ώ, -.ηκα

This category includes verbs that do not have active-voice forms, and others that do have active forms but acquire a special meaning in their middle-voice version.

Note: many of these verbs are actually irregular, in that their past and subjunctive forms cannot be derived according to some rule from their present and imperfect forms.

3.1 -.μαι, -.μουν || -.θώ, -.θηκα
3.1.1 -άμαι, -όμουν || -ηθώ, -ήθηκα
3.1.2 -έμαι, -όμουν || -ηθώ, -ήθηκα
3.1.3 -ομαι, -όμουν || -θώ, -θηκα
3.1.4 -ούμαι, -ούμουν || -ηθώ, -ήθηκα
3.1.5 -ώμαι, -ώμουν || -ηθώ, -ήθηκα
3.2 -ομαι, -όμουν || -τώ, -τηκα
3.2.1 -ζομαι, -ζόμουν || -στώ, -στηκα
3.3 -ομαι, -όμουν || irregular

3.1 -.μαι, -.μουν || -.θώ, -.θηκα

3.1.1 -άμαι, -όμουν || -ηθώ, -ήθηκα

Note: These verbs have a rare (<10%) alternative form in -.ούμαι, as in 3.1.4, below. However, this form appears in the first person (sing. and pl.) of the present tense only (θυμούμαι-θυμούμαστε, κοιμούμαι-κοιμούμαστε, λυπούμαι-λυπούμαστε, φοβούμαι-φοβούμαστε).

Middle Voice
stem -κοιμ- stem -κοιμηθ-
Present κοιμάμαι I sleep / am sleeping      
Imperfect κοιμόμουν I was sleeping Past κοιμήθηκα I slept
Future Progressive θα κοιμάμαι I will be sleeping Future θα κοιμηθώ I will sleep
Subjunctive Progressive να κοιμάμαι to be sleeping Subjunctive να κοιμηθώ to sleep
Conditional Progressive θα κοιμόμουν I would be sleeping Judgment [μάλλον] θα κοιμήθηκα I [possibly] slept
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να κοιμόμουν [I wish] I could be sleeping Assumption [πρέπει] να κοιμήθηκα I [must] have slept
Imperative Progressive να κοιμάσαι! [keep] sleeping! Imperative κοιμήσου! sleep!
      Present Perfect έχω κοιμηθεί I have slept
      Pluperfect είχα κοιμηθεί I had slept
      Future Perfect θα έχω κοιμηθεί I will have slept
      Conditional Perfect θα είχα κοιμηθεί I would have slept
Past Participle κοιμισμένο, -νη, -νος sleeping      

Further Examples:

remember θυμάμαι θυμόμουν θυμηθώ θυμήθηκα --
sleep κοιμάμαι κοιμόμουν κοιμηθώ κοιμήθηκα κοιμισμένο
be sorry λυπάμαι λυπόμουν λυπηθώ λυπήθηκα λυπημένο
be afraid φοβάμαι φοβόμουν φοβηθώ φοβήθηκα φοβισμένο

3.1.2 -έμαι, -όμουν || -ηθώ, -ήθηκα

Middle Voice
stem -πλανι- stem -πλανηθ-
Present πλανιέμαι I wander / am wandering      
Imperfect πλανιόμουν I was wandering Past πλανήθηκα I wandered
Future Progressive θα πλανιέμαι I will be wandering Future θα πλανηθώ I will wander
Subjunctive Progressive να πλανιέμαι to be wandering Subjunctive να πλανηθώ to wander
Conditional Progressive θα πλανιόμουν I would be wandering Judgment [μάλλον] θα πλανήθηκα I [possibly] wandered
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να πλανιόμουν [I wish] I could be wandering Assumption [πρέπει] να πλανήθηκα I [must] have wandered
Imperative Progressive να πλανιέσαι! [keep] wandering! Imperative πλανήσου! wander!
      Present Perfect έχω πλανηθεί I have wandered
      Pluperfect είχα πλανηθεί I had wandered
      Future Perfect θα έχω πλανηθεί I will have wandered
      Conditional Perfect θα είχα πλανηθεί I would have wandered
Past Participle πλανεμένο, -νη, -νος erring      

Further Examples:

wonder αναρωτιέμαι αναρωτιόμουν αναρωτηθώ αναρωτήθηκα αναρωτημένο
refuse αρνιέμαι / αρνούμαι αρνιόμουν / αρνούμουν αρνηθώ αρνήθηκα --
wander; be in error πλανιέμαι / πλανώμαι πλανιόμουν πλανηθώ πλανήθηκα πλανεμένο

3.1.3 -ομαι, -όμουν || -θώ, -θηκα

Middle Voice
stem -αναφερ- stem -αναφερ-
Present αναφέρομαι I refer / am referring      
Imperfect αναφερόμουν I was referring Past αναφέρθηκα I referred
Future Progressive θα αναφέρομαι I will be referring Future θα αναφερθώ I will refer
Subjunctive Progressive να αναφέρομαι to be referring Subjunctive να αναφερθώ to refer
Conditional Progressive θα αναφερόμουν I would be referring Judgment [μάλλον] θα αναφέρθηκα I [possibly] referred
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να αναφερόμουν [I wish] I could be referring Assumption [πρέπει] να αναφέρθηκα I [must] have referred
Imperative Progressive να αναφέρεσαι! [keep] referring! Imperative αναφέρσου! refer!
      Present Perfect έχω αναφερθεί I have referred
      Pluperfect είχα αναφερθεί I had referred
      Future Perfect θα έχω αναφερθεί I will have referred
      Conditional Perfect θα είχα αναφερθεί I would have referred
Past Participle αναφερμένο, -νη, -νος referred      

Further Examples:

feel αισθάνομαι αισθανόμουν αισθανθώ αισθάνθηκα --
defend αμύνομαι αμυνόμουν αμυνθώ αμύνθηκα --
refer αναφέρομαι αναφερόμουν αναφερθώ αναφέρθηκα αναφερμένο
wish εύχομαι ευχόμουν ευχηθώ ευχήθηκα --
defend υπεραμύνομαι υπεραμυνόμουν υπεραμυνθώ υπεραμύνθηκα --
behave φέρομαι φερόμουν φερθώ φέρθηκα --

Note: The past participle “φερμένο” does not belong to φέρομαι (= I behave), but to another verb: φέρνω / φέρω (= I bring, I fetch), an irregular one (thus it means: “brought”).

3.1.4 -ούμαι, -ούμουν || -ηθώ, -ήθηκα

mimic μιμούμαι μιμούμουν μιμηθώ μιμήθηκα --
resign παραιτούμαι παραιτούμουν παραιτηθώ παραιτήθηκα παραιτημένο
pretend προσποιούμαι προσποιούμουν προσποιηθώ προσποιήθηκα προσποιημένο

3.1.5 -ώμαι, -ώμουν || -ηθώ, -ήθηκα

be found απαντώμαι απαντώμουν / απαντιόμουν απαντηθώ απαντήθηκα ||| απαντημένο
wonder διερωτώμαι διερωτώμουν διερωτηθώ διερωτήθηκα / διερωτήθην ||| --

3.2 -ομαι, -όμουν || -τώ, -τηκα

Middle Voice
stem -σκεφτ- stem -σκεφ-
Present σκέφτομαι I am thinking      
Imperfect σκεφτόμουν I was thinking Past σκέφτηκα I thought
Future Progressive θα σκέφτομαι I will be thinking Future θα σκεφτώ I will think
Subjunctive Progressive να σκέφτομαι to be thinking Subjunctive να σκεφτώ to think
Conditional Progressive θα σκεφτόμουν I would be thinking Judgment [μάλλον] θα σκέφτηκα I [possibly] thought
Wish / Hope (Optative) [ήθελα] να σκεφτόμουν [I wish] I could be thinking Assumption [πρέπει] να σκέφτηκα I [must] have thought
Imperative Progressive να σκέφτεσαι! [keep] thinking! Imperative σκέψου! think!
      Present Perfect έχω σκεφτεί I have thought
      Pluperfect είχα σκεφτεί I had thought
      Future Perfect θα έχω σκεφτεί I will have thought
      Conditional Perfect θα είχα σκεφτεί I would have thought
Past Participle -- --      

Further Examples:

taste γεύομαι γευόμουν γευτώ γεύτηκα --
accept δέχομαι δεχόμουν δεχτώ δέχτηκα δεκτό, -ή, -ός
get married παντρεύομαι παντρευόμουν παντρευτώ παντρεύτηκα παντρεμένο
belch, burp ρεύομαι ρευόμουν ρευτώ ρεύτηκα --
think σκέφτομαι σκεφτόμουν σκεφτώ σκέφτηκα --

3.2.1 -ζομαι, -ζόμουν || -στώ, -στηκα

fight, struggle αγωνίζομαι αγωνιζόμουν αγωνιστώ αγωνίστηκα --
become dizzy ζαλίζομαι ζαλιζόμουν ζαλιστώ ζαλίστηκα ζαλισμένο

3.3 -ομαι, -όμουν || irregular

be located, be at a place βρίσκομαι βρισκόμουν βρεθώ βρέθηκα --
become γίνομαι γινόμουν γίνω έγινα γινωμένο
come έρχομαι ερχόμουν έρθω / έλθω ήρθα / ήλθα ελθόν, ελθούσα, ελθών
sit κάθομαι καθόμουν καθίσω κάθισα καθισμένο
originate προέρχομαι προερχόμουν προέλθω προήλθα προελθόν, προελθούσα, προελθών
get up σηκώνομαι σηκωνόμουν σηκωθώ σηκώθηκα σηκωμένο
loathe, detest σιχαίνομαι σιχαινόμουν σιχαθώ σιχάθηκα σιχαμένο
stand στέκομαι στεκόμουν σταθώ στάθηκα --
appear φαίνομαι φαινόμουν φανώ φάνηκα --
be lost χάνομαι χανόμουν χαθώ χάθηκα χαμένο
need χρειάζομαι χρειαζόμουν χρειαστώ χρειάστηκα --
squeeze in; hide under χώνομαι χωνόμουν χωθώ χώθηκα χωμένο


1. The list of 1000 most common Greek words (or 1000 most common verbs, etc.), can be obtained from the pages of the Hellenic National Corpus™. To obtain the list do the following counter-intuitive actions: go to the link just given, and do not select the “English Interface” at the bottom, because its search function does not work (as of the last update of this page). On the Greek interface, there are four buttons at the top, just under the main title. The 3rd button reads: Αναζήτηση. Click on it. You are brought to a page with various options. Ignore all of them and look at the bottom, where the next-to-last link reads: Στατιστικά στοιχεία. This will bring you to this page, where you’ll see four links plus some edit-boxes and buttons. The first two links give the 100 and 1000 most common words (each form of a word included), and the next two links give the 100 and 1000 most common entries (where each entry summarizes all forms of a word). Disclaimer: if the above interface is now different, please forgive the obsoleteness of this description!

As an alternative method to understand the frequency of usage, simple GoogleTM searches can also be employed. This method gives results that are probably more faithful to the spoken language, because the majority of Greek web pages are written in colloquial Greek, rather than in literary, academic, or technical language.

2. Thanks to Greg Brush for several errata and suggestions he made available to me after reading this page.

3. Note that the passive (and esp. the middle) sense of this verb has an explicitly sexual meaning: “to have sexual intercourse with sb.”, and in particular, to be the recipient of such action. In the first person, middle voice, this is its exclusive meaning. Even the active forms of this verb can take on the corresponding active sense of a sexual act, so be aware of the context in which you use this verb, or see it used. If the context is clear, however, as in “to jump over an obstacle”, this is the normal verb to use, and there is no danger of unwanted connotations.

Back to the Greek Verbs page

Back to the Greek Grammar page

Back to the “main” page on the Greek language